Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Ελένη Κουρμαντζή-Παναγιωτάκου: Νεοελληνική Αναγέννηση στα Γιάννενα

της Νότας Χρυσίνα

Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ:August 14, 2017

Ελένη Κουρμαντζή-Παναγιωτάκου
Νεοελληνική Αναγέννηση στα Γιάννενα
Από τον πάροικο έμπορο στον Αθανάσιο Ψαλίδα και τον Ιωάννη Βηλαρά
 (17ος – αρχές 19ου αιώνα)
Εκδόσεις: Gutenberg

Η πόλη των Ιωαννίνων είναι το πνευματικό κέντρο στο οποίο εστιάζει η μελέτη της καθηγήτριας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ελένης Κουρμαντζή- Παναγιωτάκου, τόπος καταγωγής της συγγραφέα και πολλών πνευματικών ανθρώπων που έγιναν φορείς των σύγχρονων ιδεών του Διαφωτισμού και ίδρυσαν τα πρώτα νεωτεριστικά σχολεία (από τα μέσα ήδη του 17ου αιώνα) αλλά και τα πρώτα ελληνικά τυπογραφεία στις σπουδαιότερες πόλεις της Δύσης όπως η Βενετία και η Βιέννη.
Το πρώτο κεφάλαιο της μελέτης της Κουρμαντζή είναι αφιερωμένο στις παροικίες των πεφωτισμένων γιαννιωτών εμπόρων και λογίων που συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του νεοελληνικού διαφωτισμού. Οι γιαννιώτες έμποροι ήρθαν σε επαφή με τις Επιστήμες και τον Ορθολογισμό της Δύσης όταν η νέα δομή οικονομίας με την άνθηση του εμπορίου τούς επέτρεψε να δημιουργήσουν εστίες σε πολλές πόλεις της Ευρώπης όπως η Βενετία, το Λιβόρνο, η Τεργέστη, το Βουκουρέστι, το Ιάσιο, η Μόσχα, η Οδησσός, η Βιέννη κ.ά. Σε αυτές τις πόλεις διαμορφώνονται οι νέες αντιλήψεις του νεότερου ελληνισμού και προετοιμάζεται η ελληνική Επανάσταση.
Η συγγραφέας παραθέτει σημαντικά στοιχεία που αφορούν την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας από τους Έλληνες που ζούσαν στη Ρωσία και αλλού. Στο βιβλίο γίνεται λεπτομερής καταγραφή των εμπορικών σχέσεων των ελληνικών γιαννιώτικων οικογενειών, των πόλεων δράσης τους στην Ευρώπη, μέσα από τα επίσημα αρχεία των χωρών, και πώς αυτές συνέβαλαν στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Επίσης δίνεται έμφαση στη συμβολή των εύπορων Γιαννιωτών στη δημιουργία και χρηματοδότηση σχολείων, με τις ευεργεσίες, στα οποία δίδαξαν λόγιοι όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Αθανάσιος Ψαλίδας κ.ά.
Το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στον εκπαιδευτικό και λόγιο Αθανάσιο Ψαλίδα. Η συγγραφέας προσεγγίζει το κριτικό πνεύμα του Ψαλίδα μέσα από τα έργα του «Αληθής Ευδαιμονία», «Καλοκινήματα» και «Έρωτος Αποτελέσματα» τα οποία συγκρίνει με έργα όπως «Ο Ανώνυμος του 1789», «η Ελληνική Νομαρχία» και «ο Ρωσσαγγλογάλλος», έργα που η Κουρμαντζή ισχυρίζεται, μέσα από την τεκμηριωμένη, αναλυτική σύγκρισή τους, πως γράφτηκαν από τον Ψαλίδα. «Ο Ψαλίδας, γράφει η Κουρμαντζή, χρησιμοποιεί κάποιες θρησκευτικές αρχές ως προκάλυψη της φιλοσοφικής του σκέψης και τις απονεκρώνει αποκόπτοντάς τες από το περιεχόμενό τους και τελικά τις απορρίπτει ολοκληρωτικά». Παράδειγμα η ιδέα του Θεού για την οποία καταλήγει ότι τα επιχειρήματα των Φιλοσόφων περί υπάρξεως του θεού δεν ισχύουν για τον ίδιο, γιατί τελικά «ο Νους δεν μπορεί να μας δείξει την ύπαρξη του Όντος έξω τούτου του Κόσμου, εφόσον αυτό δεν είναι δυνατόν να υποπίπτει στις αισθήσεις μας». Ο Ψαλίδας αρνείται, επίσης, τις θεωρίες των φυσικών φιλοσόφων για την Ειμαρμένη και την Ελευθερία και συνδέει την Ελευθερία με την ανθρώπινη βούληση.
Η Κουρμαντζή υποστηρίζει ότι αρκετές θέσεις που συναντάμε στα έργα του Ψαλίδα εντοπίζονται και στην «Ελληνική Νομαρχία» αλλά και στον «Ρωσσαγγλογάλλο». Για τον λόγο αυτό προβαίνει σε αντιπαραβολή της «Ελληνικής Νομαρχίας» με έργα του Ψαλίδα συγκρίνοντας έννοιες κοινωνικές, πολιτικές, φιλοσοφικές και ιστορικές που περιέχονται σε αυτά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η έννοια της Ελευθερίας που στην «Αληθή Ευδαιμονία» είναι μια από τις προϋποθέσεις της «ανθρώπινης ευδαιμονίας». Η ίδια θέση υπάρχει στην «Ελληνική Νομαρχία»: «ιδού λοιπόν οπού απεδείχθη, αγκαλά και συντόμως πλην με σαφήνειαν και αλήθειαν, τι εστί ελευθερία, οπόσον είναι αναγκαία εις την ανθρώπινον ευδαιμονίαν…». Στον «Ρωσσαγγλογάλλο» υπάρχει η βασική θέση του Ψαλίδα ότι δεν πρέπει ο ελληνισμός να περιμένει την απελευθέρωσή του από τις Ξένες Δυνάμεις. Επίσης κοινό θέμα όλων των έργων είναι η προτροπή για Ελευθερία.
Το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στον σατιρικό ποιητή, φιλόσοφο, λόγιο και γλωσσολόγο Ιωάννη Βηλαρά, φίλο του Αθανάσιου Ψαλίδα. Η σατιρική ποίηση του Βηλαρά είναι όχημα κοινωνικής κριτικής. Στα έργα του «Λογιώτατος Ταξιδιώτης». «Λογιώτατος ή ο Κολοκυθούλης» και «Ρομέηκη γλόσα» παραθέτει τις απόψεις του για τον «φωτισμό» του Γένους ο οποίος πηγάζει από την καλλιέργεια των ιδεών μέσα από τις Τέχνες, τις Επιστήμες και τη Φιλοσοφία και όχι από την ίδια τη γλώσσα. Ο Βηλαράς είναι υπέρμαχος του δημοτικισμού της ομιλούμενης γλώσσας που εκφράζει την ελληνική πραγματικότητα. Το έργο του Βηλαρά θα δικαιωθεί από τον Σολωμό και τον Ψυχάρη.
Η Ελένη Κουρμαντζή- Παναγιωτάκου επιχείρησε τη μελέτη του «Γιαννιώτικου Διαφωτισμού» μετά από προτροπή του σπουδαίου συγγραφέα Δημήτρη Χατζή και τη συμπαράσταση του ποιητή και ακαδημαϊκού δάσκαλου Γιάννη Δάλλα. Στο επίμετρο του βιβλίου παρατίθεται, από τη συγγραφέα, πλούσια βιβλιογραφία.

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

«Ιδεολογικά ύποπτη» διηγήματα της Ελένης Γκίκα





γράφει η Διώνη Δημητριάδου*



                           εκδόσεις Καλέντη

[…]
Άνοιξη ήταν όταν τη βρήκε το κακό και είχε πάει για Πάσχα στα Άνω Λεχώνια. Παντού τριγύρω ανθισμένες κερασιές, τρελάθηκε από την ομορφιά, ναι, αφού το ξέρετε πως η Μεγάλη Ομορφιά δεν αντέχεται, τρελαίνει!
(Κάκτος σε σχήμα καμέλιας)

Μέσα σ’ ένα εσωτερικό τοπίο εκπληκτικής ομορφιάς, πλούσιο σε παραστάσεις και αποθηκευμένες εικόνες πολύτιμες, κινείται η γραφή της Ελένης Γκίκα, ομοίως όταν ο λόγος της προτιμά τον ποιητικό χώρο ή όταν επιλέγει την πεζή απόδοσή του. Έχω την εντύπωση πως όποιο δρόμο και αν ακολουθήσει, πάντα αυτός θα την οδηγεί σε γραφή που αφήνει ποιητικό το ίχνος της. Τα πεζά της -γιατί αυτή τη φορά μας προτείνει 23 κείμενα που τιτλοφορεί διηγήματα- εύκολα θα μπορούσαν να μετασχηματιστούν σε ποιητικό λόγο χωρίς να απολέσουν κανένα από τα χαρακτηριστικά τους. Και ίσως αυτό να συνιστά την ιδιαίτερη γοητεία που  αποπνέουν τα γραπτά της.
Ιστορίες, αφηγήσεις, σκέψεις αφηγημένες, κάτι από όλα αυτά ή μήπως όλα αυτά μαζί, σαν μία και μόνη ιστορία, που ξεπερνά τα τυποποιημένα των λογοτεχνικών μορφών; Μια προσωπική γραφή, γνώριμη και αναγνωρίσιμη μέσα σε πολλές, σαν κουβέντα οικεία από φίλη. Σ’ αυτή τη φωνή -αληθινή και γήινη- θα πρέπει να αναζητηθεί το νήμα που συνδέει τα κείμενα του βιβλίου. Με την πιο ρεαλιστική απόδοση της πραγματικότητας να συνδιαλέγεται αιφνιδίως με μια απογειωτική φράση ή εικόνα. Όπως άλλωστε συμβαίνει με την αληθινή ζωή, που περιγελά τη σταθερότητα των αισθήσεων με την υποψία μιας άλλης οπτικής.

Μέσα από τους τάφους ξεπρόβαλε ο σκίουρος. Υπάρχει, άλλωστε ζωή ακόμα και στον βράχο και στα πτώματα. Τα δέντρα σαλεύουν κι αφηγούνται ιστορίες. Μόνο η εκκλησία του Αγίου Πέτρου και του Αγίου Άλμπαν δεν ανοίγει σχεδόν πόρτα στους περίεργους. Είναι, υποστηρίζουν οι ειδικοί, η είσοδος επιτρεπτή μονάχα για τους μυημένους.
Σ’ εκείνο το καφέ παγκάκι ξημεροβραδιαζόμουν για μήνες σαν εξόριστη. Ώσπου οι τοίχοι έγιναν διάφανοι. Οι καφετί πέτρες, άσπρα πανιά και σύννεφα που παραμερίζουν. Κι από τους τάφους έφυγαν οι σκίουροι. Βγήκαν οι κόρες. Μ’ άσπρα μαλλιά και φεγγαρίσια μάτια. Και σιδερόφρακτοι ιππότες. Αθάνατοι. Μετά από το θυσιαστήριο.
Στο μεταξύ στο δάχτυλό μου η φεγγαρόπετρα που δάκρυζε έγινε κατακόκκινη.
Έβγαλε αίμα.

Διαβάζω και σημειώνω. Στο τέλος έχω ένα βιβλίο όλο υπογραμμίσεις και σχόλια. Σε άλλα σημεία συναντώ μια δική μου σκέψη, όπως εκεί που γράφει ότι η Μεγάλη Ομορφιά δεν αντέχεται, τρελαίνει! Έτσι δεν είναι; Άμα γνωρίσεις το απόλυτο της ύπαρξης, πόσο μπορείς να μείνεις ταπεινός και ψύχραιμος; Διάχυτος ερωτισμός; Ναι, άλλοτε ξεκάθαρος και άλλοτε υποκρυπτόμενος πίσω από αλληγορικό λόγο. Αλλού πάλι, σαν να περπατώ στη δική μου παλιά γειτονιά, στη σειρά των γνώριμων δρόμων: Αριστοτέλους, Πλατεία Βικτωρίας, 3ης Σεπτεμβρίου, Πιπίνου, Φυλής…
Κι εκείνες οι «Ανεπίδοτες επιστολές»; Μπερδεύονται τα γράμματα, όλο και κάτι θυμίζουν: Αγάπησα ό,τι δικό σου: Τα παιδιά σου, τ’ αμάξι σου, τους συγγενείς και τη γυναίκα σου. Τον δρόμο που περπατούσες, το σπίτι όπου γερνούσες.
Και στο διήγημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή Ιδεολογικά ύποπτη, αυτά τα πρόσωπα είναι μήπως γνωστά, με αυτά ή με άλλα ονόματα; Ο Γιώργος δεν άντεξε την Προδομένη Επανάσταση, νοικοκυρεύτηκε. Κι ο Θύμιος που ζει τη Διαρκή του, έγινε πια τόσο γραφικός, μέχρι εξευτελισμού στο τέλος. Προδομένη πορεία από τους άλλους ή από εμάς τους ίδιους; Ένα ερώτημα που ίσως καταλήγει ρητορικό.


Και σ’ εκείνο το εξαιρετικό «Δικό μας είναι μόνο αυτό που έχουμε χάσει» μάλλον βρίσκονται όλα τα προσωπικά φυλαγμένα: Ο Ρημαγμένος Απρίλης του Κανταρέ, με τη μνήμη να είναι κολλημένη σ’ εκείνη την ανελέητη μπέσα που φθάνει ως το αίμα. Κατόπιν η σοφία του Μπόρχες να σου θυμίζει ότι το κατάδικό σου πρέπει να το ψάξεις μέσα από την απώλεια. Πώς αλλιώς; Και η φράση του Καμύ να ισορροπεί σε παράλογο νήμα Δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση. Ίσως αυτό το τελευταίο να είναι το πιο αισιόδοξο μήνυμα που διασώζει μέσα στη δική της αφήγηση η συγγραφέας, συνδέοντας έτσι με τον καλύτερο τρόπο τον δικό της λογοτεχνικό κρίκο στην υπέροχη αλυσίδα της διανόησης.
Αυτό συμβαίνει με τα κείμενα της Ελένης Γκίκα. Καθώς διαβάζεις, σε πηγαίνουν και σε άλλα αναγνώσματα, που κατά ευτυχή συγκυρία -ή μήπως τίποτα δεν είναι τυχαίο;-  είναι κοινά. Διακειμενικότητα θα ήταν η σωστή λέξη, αλλά επειδή το κείμενο αυτό έχει πάρει πιο προσωπικό τόνο, ας πω απλώς ότι έχουν συναντηθεί οι αναγνώσεις μας, ίσως και οι μνήμες μας. Σκέφτομαι, ωστόσο, ότι αυτά τα είκοσι τρία αφηγήματα βρίσκουν έτσι καλύτερα τον τρόπο να ισορροπήσουν σε μια κοινή επιφάνεια, που δεν τη δημιουργεί μόνο η γραφή αλλά και η ανάγνωση, τα δύο αυτά απολύτως ταιριαστά. Ευτυχής συγκυρία η συνάντηση του συγγραφέα με τον αναγνώστη του.
Ακόμα και στις ιστορίες που δεν έχεις κάτι κοινό να ανακαλέσεις, όπως στην ολοζώντανη Ένα κοφάκι και δυο σβαρνάδες, συναντάς στην αφήγηση για τον Τρύγο στα Μεσόγεια μια δική σου θλίψη για όσα χάνονται ανεπιστρεπτί, και που μόνο με τη μνήμη τα διατηρείς για λίγο ακόμα δικά σου.
Η γραφή εναλλάσσει τα πρόσωπα και η αφηγήτρια πότε παίρνει πάνω της την ιστορία σε πρώτο πρόσωπο και πότε μοιάζει να καταγράφει αλλότρια πάθη. Όμως σε κάθε περίπτωση η ειλικρινής κατάθεση δείχνει ότι το πρόσωπο πίσω από τις λέξεις είναι ένα, όποιο αφηγηματικό προσωπείο και αν επιλέξει.
Αυτή τη γραφή είναι να μην την αγαπάς; Κι ας παρουσιάζεται με όποια φόρμα θέλει, κι ας παίζει με τα είδη του λόγου, κι ας τα μπερδεύει ακόμα και μέσα στην ίδια ιστορία. Η λογοτεχνία είναι ένα παιχνίδι, όμορφο, επινοητικό, αιφνιδιαστικό στις επιλογές του. Όπως άλλωστε και η πραγματική ζωή, της οποίας τα γυρίσματα αποτυπώνει.


Διώνη Δημητριάδου

Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»


Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Επισκέπτης Άγγελος ποιητική συλλογή του Γιώργου Δελιόπουλου




 γράφει η Διώνη Δημητριάδου*


έκδοση της Κοβενταρείου Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης



ο ποιητής σαν άγγελος

Εξάλλου, τι μπορεί να κάνει κάποιος
μονάχος σ’ έναν κόσμο που πεθαίνει;

Αν είναι το ποιητικό υποκείμενο που δηλώνει την τραγική του απομόνωση, τότε  οι στίχοι αυτοί του Γιώργου Δελιόπουλου συνοψίζουν με τον λιτό και εύγλωττο τρόπο τους τον ποιητικό του κόσμο. Και το ερώτημα, που θέτει με τους στίχους του,  έχει απαντηθεί ποιητικά πάλι, γιατί είναι η μοίρα των ποιητών να επωμίζονται τις δύσκολες απαντήσεις στα αναπάντητα ερωτήματα:
κληρονόμος πουλιών / πρέπει / έστω και με σπασμένα φτερά / να πετάω (Μίλτος Σαχτούρης, Ο Ελεγκτής)

Ο Γιώργος Δελιόπουλος, θα σχηματίσει ποιητικά τη μορφή αυτού του Άγγελου / Ποιητή, και θα δημιουργήσει τρεις ποιητικούς τόπους για να χωρέσουν την περιπλάνησή του: Αγορά, Λόγος, Καθρέφτης. Θα αμφισβητήσει για λίγο τη θνητή υπόστασή  του, προκειμένου -σαν μια ζωντανή πτητική μηχανή- να πάρει το ύψος που απαιτείται για να εποπτεύσει όλα τα ανθρώπινα. Αλλά θα περιβληθεί και πάλι τη γήινη σάρκα για να προσεγγίσει και να νιώσει την ανθρώπινη οδύνη. Μέσα σε έναν κόσμο άξενο, που αποδιώχνει τον ποιητή ως περιττό και επονείδιστο άχθος, αυτός πρέπει να έρθει σαν άγγελος, να δει, να νιώσει, να αγγίξει λίγη ανθρώπινη παρουσία. Στην Αγορά, όπου θα παρατηρήσει τις συμπεριφορές, θα συγχρονίσει τα φτερά του με τα αβέβαια βήματα αυτών που τίποτα πια δεν περιμένουν, θα αναζητήσει κάποιον που χωρίς σκιά στο βλέμμα του, χωρίς κερί στ’ αυτιά, χωρίς κουβέντες έτοιμες, να μπορεί να αρθρώνει τον δικό του λόγο, να μιλάει την αλήθεια.


Μαλώναμε Δημήτρη για τα ρούχα των ληστών. Ρίχναμε ζάρια,
παίζαμε χαρτιά, ποιος θα κερδίσει την αόρατη γραβάτα, το
ακριβό πουκάμισο, ποιος το φθαρμένο παντελόνι και τα χάρτινα
παπούτσια. Ώρες κάτω από ξύλινους σταυρούς, σε άγονα
υψώματα, πάνω από τα κεφάλια μας τη γλίτωναν  ληστές και
κάρφωναν θεούς. Γύρω μας έκτιζαν από σταυρούς ανάκτορα,
γκρέμιζαν είδωλα και μάθαιναν καινούργιες προσευχές. Όμως
εσύ κι εγώ ακίνητοι εκεί, μαλώνοντας για λίγα ξένα ρούχα,
ήμασταν δυο απλοί φρουροί, τίποτα τελικά δεν ήταν σίγουρα
δικό μας, ούτε καν η απόφαση να ζήσουμε ποντάροντας στον
θάνατο των άλλων.

Όμως έτσι που με άγγελο ομοιώθηκε, πρέπει και Λόγο να αρθρώσει. Μα, ποιητής όπως είναι, ο μόνος τρόπος είναι να δώσει ήχο  στο ποιητικό του όραμα. Ποιος είναι ο ρόλος αυτού του ευαίσθητου δέκτη συλλογικών ελπίδων; Πόσο μπορεί να επηρεάσει με τον λόγο του μια δρομολογημένη κατάσταση πραγμάτων αυτός που 

μονάχος σ’ έναν κόσμο που πεθαίνει πορεύεται συχνά με σπασμένα τα φτερά του;

[…]Τώρα παλεύω με ανάπηρες προτάσεις
λίγο πριν πάρουν σύνταξη
λέξη τη λέξη για να χτίσω ένα ποίημα.
Αλλά τα ποιήματα δε φτιάχνονται με λέξεις
ζυμώνονται στο αίμα της ψυχής
όμως ποιο αίμα και για ποια ψυχή
να λέμε τώρα.
Μέσα σ’ αυτό το αφιλόξενο τοπίο της διαρκούς διάψευσης, ίσως δεν έχει άλλο πέρασμα να το διαβεί παρά ξανά και ξανά μέσα από τον λόγο του, με όση δύναμη ακόμα κρύβει. Νόμιζε ότι έχει φτερά ικανά να τον τοποθετούν πάντα σε θέση εποπτείας. Αντιλαμβάνεται όμως ότι τα άυλα αυτά πτητικά μηχανήματα ήταν επινοήσεις δικές του. Θα πρέπει τώρα να σταθεί μπροστά στον Καθρέφτη και να αντιμετωπίσει την αλήθεια του προσώπου του.

[…]Πιστέψτε! πιστέψτε
πως το σώμα είναι η μόνη μου Αλήθεια!

θα πει, χρησιμοποιώντας ως οδηγό τη σκέψη μιας άλλης ποιητικής φωνής:

Το σώμα ήταν η Νίκη και / η Ήττα των ονείρων (Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό),

γιατί πάλι η ποίηση θα δώσει αρωγή και θα ετοιμάσει τη σωστική λέμβο. Πώς αλλιώς;


Η ποίηση του Γιώργου Δελιόπουλου, χαμηλόφωνη, με απόλυτη αίσθηση του ρυθμού και στα απολύτως ποιητικά αλλά και σ’ αυτά που πατούν σε πεζό έδαφος προκειμένου να απογειωθούν επίσης ποιητικά, μιλάει απ’ ευθείας στον αποδέκτη / αναγνώστη. Ίσως με τον τρόπο που μόνο οι καλοί ποιητές γνωρίζουν, με ευθύτητα, ειλικρίνεια, χωρίς να κρύβεται η απούσα θέση / άποψή τους στα πράγματα που μας κυκλώνουν πίσω από εντυπωσιασμούς και λυρικά περιττά στολίδια. Ανήκει σ’ αυτή τη μερίδα των εργατών του λόγου που έχουν επίγνωση της βαρύτητας της σκέψης τους, και γι’ αυτό δεν χαραμίζουν τους στίχους τους σε ανέξοδες στιχουργικές. Μιλάει όταν αληθινά έχει κάτι να πει, δένοντας με υπόρρητη επικοινωνία τα ποιήματα της συλλογής μεταξύ τους, έτσι ώστε να συναποτελούν μια πρόταση / θέση του ποιητή ευδιάκριτη στον προσεκτικό αναγνώστη.  Και αυτό θα πρέπει να θεωρείται σπουδαίο στα λογοτεχνικά δρώμενα.

Η έκδοση από την Κοβεντάρειο Δημοτική Βιβλιοθήκη της Κοζάνης, ιδιαίτερα προσεγμένη, με εμφανή αγάπη για τα βιβλία και τις εκδόσεις. Στο εξώφυλλο διακριτικά το ανάγλυφο έμβλημα της Βιβλιοθήκης. Τρία σχέδια συνοδεύουν αντίστοιχα τα τρία μέρη, στα οποία διαιρείται η ποιητική συλλογή, φιλοτεχνημένα από την εικαστικό Γλύκα Διονυσοπούλου, στην οποία ανήκει και ο πίνακας στην προμετωπίδα του βιβλίου. Στο σύνολό της μια αξιοπρόσεκτη ποιητική / εικαστική πρόταση.


Διώνη Δημητριάδου

Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»


Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

«Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία»


 γράφει η Διώνη Δημητριάδου*


  μυθιστόρημα του Μιχάλη Μοδινού
               εκδόσεις Εστία
                         


Ένας ρεαλιστικός ου τόπος

Η λογοτεχνία της κρίσης, όρος αμφίσημος. Εκλαμβάνεται ως λογοτεχνία που γράφεται μέσα σε περιόδους ανακατάταξης και αναδιάρθρωσης δομών και θεσμών, που συνοδεύονται από κρίση ιδεολογιών και ανατροπή θεμελιωδών θέσεων και αξιών. Με αυτή την εκδοχή της η λογοτεχνία που γράφεται με ένα τέτοιο σκηνικό γύρω της (και όχι μέσα της) είναι αναπόφευκτο να επηρεάζεται, όποιο και να είναι το θέμα της, από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και εκούσα άκουσα να περιέχει στοιχεία (όχι πάντοτε εμφανή, ωστόσο υπαρκτά) από το κλίμα της εποχής. Σε μια άλλη εκδοχή του όρου, όμως, πρόκειται για μυθοπλασία που έχει ως θέμα της αυτήν ακριβώς την κρίση, με τους ήρωες να εκφέρουν άποψη για τα γεγονότα μέσα στα οποία ζουν και τις επιπτώσεις των οποίων υφίστανται. Αναπόφευκτα, όμως, πίσω από τα πρόσωπα της μυθοπλασίας διακρίνεται η θέση-άποψη του γράφοντος, ο οποίος βιώνοντας την κρίση της κοινωνίας και όντας επιμέρους κομμάτι της εικόνας αυτής, είναι αμφίβολο (ως και αδύνατο) να βγει έξω από το πλαίσιο αυτό και να μπορέσει να δει και να εκτιμήσει τη συνολική εικόνα, απαραίτητη προϋπόθεση για τη γραφή του μυθιστορήματος. Γιατί αυτό απαιτεί κατασταλαγμένη άποψη, οπτική θέα σε μια βιωμένη και απόμακρη χρονικά πλέον πραγματικότητα. Υπό αυτή την έννοια, ό,τι προκύπτει συγγραφικά μπορεί να έχει τη μορφή άρθρου προβληματισμού, μελέτης με συνοδευτικά στοιχεία και τεκμήρια, ίσως λογοτεχνικά να παίρνει τη μορφή διηγήματος, το οποίο εστιάζοντας σε στιγμές και επιμέρους εικόνες δικαιούται να αποδώσει την αποσπασματική, και παρορμητική γνώμη για τα συμβαίνοντα. Στην περίπτωση, ωστόσο,  που ο συγγραφέας εκτιμήσει πως η τοποθέτησή του στο ευρύτερο σκηνικό είναι τέτοια που του επιτρέπει την εποπτεία του χώρου ως συνολικής εικόνας πλέον, τότε η γραφή δεν μπορεί παρά να έχει τη μορφή ενός οραματικού δοκιμίου που συνιστά ίσως και μια προειδοποίηση προς τους αγνοούντες τη ζοφερή εικόνα, η οποία αποδίδεται πια με προφητική χροιά.
Η εισαγωγή αυτή εξυπηρετεί μια προσωπική μου αμηχανία ως προς την κατάταξη του συγκεκριμένου βιβλίου σε κάποιο είδος λογοτεχνικό. Έτσι, αδυνατώ να το ονομάσω μυθιστόρημα αναφερόμενο στη σύγχρονη κρίση, στη βάση της παραπάνω ήδη εκτεθειμένης άποψης. Η κατάταξή του στα μελλοντολογικά του είδους ίσως το αδικεί, με την έννοια ότι η προσέγγιση που επιχειρεί ο συγγραφέας καθόλου ανεδαφική δεν θα πρέπει να θεωρηθεί. Διαβάζοντάς το ανακαλύπτω σκηνές οικείες, με την ανάλογη οπωσδήποτε μυθοπλαστική κάλυψη που η λογοτεχνική συνθήκη επιτρέπει. Περισσότερο θα εξυπηρετούσε ο όρος μυθοπλαστικό δοκίμιο, αν φυσικά υπήρχε.
Κινούμαι συστηματικά σαν εκκρεμές μεταξύ Αθηνών και Κορίνθου. Επιστρέφω στη βάση μου με το πρώτο χάραμα. Μοιάζει με αιώνια επιστροφή, με τη διαφορά ότι δεν προσφέρει τη λύτρωση μιας νέας αρχής.
Έτσι θα αρχίσει τον μονόλογό του ο αφηγητής της ιστορίας δίνοντας το στίγμα του. Μια επαναλαμβανόμενη πορεία, αδιέξοδη, ατελέσφορη και παράλογη στην παλινδρόμησή της, σε μια παράλληλη διαδρομή με αυτή που πορεύεται η χώρα. Αυτοκαταστροφική. Ο χρόνος κάποια χρόνια μετά από τη σημερινή εποχή, διανύουμε ήδη τον όγδοο χρόνο μ. Κ. (μετά καταστροφής). Υποπτευόμαστε ήδη από την αρχή ποιο θα είναι το τέλος αυτής της ιστορίας. Έτσι όπως προσδιορίζει τον εαυτό του στο κατατοπιστικό κεφάλαιο Αριθμοί μετρώντας τα μεγέθη της ζωής του και συνυφαίνοντάς τα υποχρεωτικά με την κατάσταση της καταρρέουσας χώρας του, αναμένουμε η τελική καταστροφή, η διάλυση των πάντων,  να συμπαρασύρει και την προσωπική του ζωή. Τουλάχιστον αυτή την πεποίθηση έχει ο ίδιος, όπως νιώθει να είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζοφερής εικόνας.
Γυρίζω στην πόλη αυτή που εδώ και καιρό είναι ένα άδειο κέλυφος, όπου διασταυρώνεται με κενά βλέμματα, με χαμένες υπάρξεις, με ψυχές που μοιάζουν να περιφέρονται στο Καθαρτήριο χωρίς να καταλαβαίνουν τι τις βρήκε, με απισχνασμένες κατατονικές μορφές που ψαχουλεύουν τους σκουπιδοτενεκέδες, με αλλοεθνείς που εκθέτουν τη μίζερη πραμάτεια τους σε χράμια, με επαίτες που αφηγούνται τις καταθλιπτικές ιστορίες τους και εκθέτουν τα έλκη τους στο Σύνταγμα ή στα διαρκώς αραιότερα δρομολόγια του μετρό, ανάμεσα σε καύκαλα από φαγωμένα περιστέρια, κονσερβοκούτια και περιττώματα.
Μα όλα αυτά που περιγράφει, το νιώθει ο αναγνώστης, δεν συμβαίνουν μόνο στη φαντασία ενός συγγραφέα, ούτε αποτελούν τμήμα μελλοντολογικής μυθοπλασίας. Είναι σκηνές που όλοι βλέπουμε γύρω μας. Έτσι, αντιλαμβανόμαστε ότι αυτή η υπόθεση μας αφορά με τον πιο άμεσο τρόπο.
Την αφήγησή του την ξεκινά νύχτα σε μια τελευταία απόπειρα να κάνει αυτό το ταξίδι ως την Κακιά Σκάλα, όπου και επιτέλους θα τερματίσει τη ζωή του. Συνιστά αυτή η κατάληξη μια παράλογη επιλογή; Η έξοδος από τη ζωή θα μπορούσε να εκληφθεί και ως συνειδητή πράξη ως αντίδραση σε μια παράλογη συνύπαρξη: ο άνθρωπος που ερωτά και θέλει να καταξιώσει μια θέση στον κόσμο που τον περιβάλλει από τη μια, και από την άλλη η σιωπή ως απάντηση στον διακαή πόθο του για ερμηνεία των πάντων. Το μόνο σοβαρό ερώτημα της ανθρωπότητας, αυτό της αυτοκτονίας. Ο άνθρωπος παίρνει τη μοίρα του στα χέρια του, όσο και αν αυτή η κίνηση συνιστά και το ταυτόχρονο τέλος της ζωής του. Σ’ αυτό το παιχνίδι δυνάμεων ποιος έχει την τελευταία λέξη;  Δικαιολογούμε τη στάση του ήρωα, την απόφασή του. Μια ηρωική έξοδος.
Ωστόσο, υπάρχει μια φωτεινή χαραμάδα, που ίσως ανατρέψει τελεσίδικες αποφάσεις. Η τελευταία έξοδος μπορεί να είναι η Στυμφαλία.
Απ’ όλα τα θαύματα του κόσμου περισσότερο μ’ αφήνει έκθαμβο η ατρόμητη επέλαση του φωτός. Απ’ όλα τα θαύματα επιλέγω τη νίκη επί της νύχτας, που τώρα, κουρελιασμένη σε σκιές υποχωρεί άτακτα από το οροπέδιο. Ο μαβής βαρύς όγκος του βουνού στα δυτικά, τονισμένος από γενναιόδωρες πινελιές ροδαλού χιονιού, λιώνει μες στην πρωινή αχλύ. Η αιμάτινη γραμμή του ορίζοντα στην ανατολή προσπαθεί να ανασηκώσει την παγερή μολυβένια νέφωση πάνω από τον Σαρωνικό. Πίσω μου, η θαλάσσια λωρίδα του Κορινθιακού ανακτά το χρώμα της.
Οι γενειοφόροι άντρες με τις στολές παραλλαγής και τις κυνηγετικές καραμπίνες έλεγξαν το κάτι σαν πάσο με το οποίο με εφοδίασε ο Ειδικός Φρουρός. Τα μάτια τους έλαμπαν από τη φωτιά που τριζοβολούσε δίπλα στην μπάρα. Τα πρόσωπά τους μου θύμισαν κάτι προ πολλού ξεχασμένο, κάτι ακαθόριστα οικείο. Έτριβαν τα χέρια τους για να ζεσταθούν. Έπειτα, μου επέτρεψαν να βγω από το αυτοκίνητο. Μου πρόσφεραν ένα καυτό φλιτζάνι τσάι του βουνού κι ένα παξιμάδι.
Καλωσόρισες από τη χώρα των νεκρών, είπε ένας τους.

Πώς αναθεωρείται μια απόφαση αυτοκτονίας; Ποια ικανή συνθήκη μπορεί να κάνει πάλι τη ζωή βιώσιμη; Απέναντι στον τόπο της καταστροφής  τι αντιπαρατίθεται; Ένας ου τόπος. Μια Στυμφαλία του μυθολογικού μας συλλογικού υποσυνείδητου. Ο Μιχάλης Μοδινός μας προσκαλεί σ’ αυτό τον τόπο συνειδητά, μας προκαλεί ταυτόχρονα να τον θεωρήσουμε υπαρκτό στον συμβολισμό του, ένα αντίπαλο δέος απέναντι στο τέρας της καταστροφής που απειλεί να μας συμπαρασύρει στον χαμό. Είναι ρεαλιστική λύση; Εδώ προκύπτουν δύο ερωτήματα: Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα μιας προσπάθειας ανασύνταξης της ζωής πάνω σε άλλη βάση, αναθεωρώντας αξίες (αμφισβητήσιμες οπωσδήποτε όμως ισχυρές), με τις οποίες πορεύτηκε η ανθρωπότητα ως τώρα δομώντας μια ζωή κάποτε ελπιδοφόρα που κατέληξε σε πλήρη ανατροπή των αρχικών επιδιώξεων, ίσως γιατί η βάση εξ αρχής ήταν σαθρή ή υπονομευόμενη από ποικίλα συμφέροντα. Με αυτή την οπτική εξετάζοντας τη «Στυμφαλία» θα λέγαμε ότι ο στόχος αναδεικνύεται ανεδαφικός, πολύ περισσότερο επειδή η προσπάθεια αυτή εκπορεύεται από έναν ελάχιστο αριθμό ανθρώπων, οι οποίοι στην καλύτερη περίπτωση θα διασώσουν το ατομικό τους σαρκίο. Θα μου πείτε, είναι λίγο αυτό; Ίσως όχι, πάντως ανεπαρκές μπροστά στην ευρύτερη χαώδη κατάσταση. Δυστυχώς οι κοινωνίες που έχουμε δομήσει δεν είναι  αριθμητικά σύνολα ομοειδών ατόμων. Μακάρι να ήταν, οπότε λύσεις σαν και αυτή να έβρισκαν μέσω της ενημέρωσης πολλούς οπαδούς.


Το δεύτερο ερώτημα αφορά τα λογοτεχνικά πράγματα. Κατά πόσο δηλαδή η λογοτεχνία με τη δική της δυναμική μπορεί να κινητοποιήσει συνειδήσεις, να εμφανίσει προτάσεις και λύσεις που με την απαραίτητη μυθοπλασία να εμφανίζονται ιδανικές, έστω μέσα στον συμβολισμό τους. Όσοι θιασώτες της δύναμης του λόγου θα θέλαμε αυτό να το πιστέψουμε. Άλλωστε ποτέ δεν θεωρήσαμε τη λογοτεχνική παρουσία πολυτέλεια των ολίγων.



Απαραίτητη προϋπόθεση, βέβαια, ο λόγος αυτός να είναι ικανός, με την εκφραστική του δεινότητα και τη λιτή παρουσίαση της αλήθειας των πραγμάτων, να φθάσει μέχρι  τον αναγνώστη. Και εδώ έχουμε ένα τέτοιο δείγμα λόγου. Ο Μιχάλης Μοδινός με τον τρόπο της γραφής του, την άψογη περιγραφή καταστάσεων, την ικανότητα να παραπέμπει σε κοινό τόπο βιωμάτων, δεν μπορεί παρά να κινητοποιήσει τη σκέψη του αναγνώστη. Ίσως λίγο πιο πέρα από τον ρομαντισμό ενός οικολογικού κινήματος, που εκ των πραγμάτων αφορά λίγους. Ίσως προς μια κατεύθυνση λιγότερο πολιτική (τουλάχιστον στη μορφή που πλέον αυτή η εκδοχή της σκέψης εμφανίζεται) και περισσότερο υπαρξιακή. Ο άνθρωπος απέναντι στον εαυτό του και στις θεωρούμενες αξίες. Σε τελευταία ανάλυση, η όποια λύση έχει ως απαραίτητη, πρωταρχική προϋπόθεση τη συνειδητοποίηση της κατάστασης. Κατόπιν απαιτείται η εκτίμηση των δυνάμεων αλλά και των ορίων.
Σκέφτομαι ότι ο συγγραφέας εύστοχα μεταμφίεσε τον δόκιμο λόγο του σε μύθο, δημιουργώντας αυτό που ονόμασε μυθιστόρημα. Γιατί έτσι  συνομίλησε με τον αναγνώστη του (ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι αυτό το κατόρθωσε με την αφήγηση-μονόλογο του ενός προσώπου) μέσα από μια πλοκή ενδιαφέρουσα, που με τη σειρά της  δημιούργησε ερωτήματα προς απάντηση. Ίσως έτσι μπορεί να μεταλλαχθεί ένας ου τόπος μιας ουτοπικής σύλληψης σε ρεαλιστική εκδοχή, έστω με τη δύναμη της λογοτεχνίας. Με αυτό ως έναυσμα ανοίγει ο ορίζοντας για μια εκ νέου εκτίμηση της ζωής όπως την καταντήσαμε. Αν όμως αυτό μπορεί να το κάνει η λογοτεχνία, τότε και η δυναμική της πρέπει να επανεξεταστεί από τους δύσπιστους για την αποτελεσματικότητα του επινοημένου σύμπαντος.

Διώνη Δημητριάδου


Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»


Κριτικοί πρόδρομοι της Λογοτεχνίας

γράφει η Νότα Χρυσίνα*


Η κριτική θεωρία προηγείται της λογοτεχνικής κριτικής μεμονωμένων έργων. Το πρωιμότερο έργο θεωρίας ήταν το «Περί Ποιητικής» του Αριστοτέλη (4ος αιώνας π.Χ.), το οποίο αφορά τη φύση όλης της λογοτεχνίας. Ο Αριστοτέλης έδωσε στο έργο του τον διάσημο ορισμό της τραγωδίας «Ἔστιν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδὼν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι’ ἀπαγγελίας, δι’ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».
Υποστήριζε, επίσης,  ότι η λογοτεχνία αφορά τους χαρακτήρες οι οποίοι αποκαλύπτονται μέσα από τη δράση. Ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος κριτικός που ανέπτυξε μια προσέγγιση της λογοτεχνίας επικεντρωμένη στον αναγνώστη, καθώς επιχειρεί να περιγράψει πώς αυτό επιδρά στο κοινό. Η τραγωδία είπε πρέπει να εγείρει τον έλεο και τον φόβο ώστε να οδηγηθεί ο αναγνώστης στην κάθαρση.
Ο σερ Φίλιπ Σίδνεϋ έγραψε το 1580 το έργο του «Απολογία για την ποίηση». Πρόθεσή του ήταν να επεκτείνει τον αρχαίο ορισμό της λογοτεχνίας όπως είχε διατυπωθεί από το Λατίνο ποιητή Οβίδιο που είχε πει ότι η αποστολή της ήταν «docere delictendo” να διδάξει ευχαριστώντας. Η αντίληψη ότι η λογοτεχνία προσφέρει ευχαρίστηση ήταν τότε επαναστατική καθώς η εποχή ήταν βαθιά θρησκευόμενη. Ο στόχος της ευχαρίστησης διέκρινε τη λογοτεχνία από άλλες μορφές του γραπτού λόγου. Ο διδακτικός στόχος ήταν δευτερεύων και υποταγμένος στον πρωταρχικό στόχο της ευχαρίστησης.
Ο Σάμιουελ Τζόνσον έγραψε τον 18ο αιώνα τα έργα: «Ζωές των ποιητών» και «Πρόλογος στον Σαίξπηρ». Ήταν ο πρώτος που σχολίασε αναλυτικά έναν μεμονωμένο συγγραφέα. Πριν τον Τζόνσον, τα μόνα έργα που είχαν αναλυθεί και σχολιαστεί ήταν η Βίβλος και ιερά κείμενα άλλων θρησκειών.
Η άνθιση της κριτικής θεωρίας ήρθε με το έργο των ρομαντικών ποιητών: Γουέρντσγουερθ Κόλεριτζ, Κητς και Σέλλεϋ. Βασικό κείμενο ο «Πρόλογος στις Λυρικές Μπαλάντες» που γράφτηκε από τον Γουέρντσγουερθ και ήταν το αποτέλεσμα συζητήσεων με τον Κόλεριτζ. Το βιβλίο αναμιγνύει την υψηλή και τη λαϊκή λογοτεχνία καθώς περιλαμβάνει λαϊκές προφορικές μπαλάντες των ανθρώπων του χωριού. Στόχος η εγκατάλειψη των συμβάσεων της λεκτικής ευπρέπειας που είχαν επιβάλει έναν υψηλό βαθμό προσποίησης στην ποιητική γλώσσα, κάνοντάς την όσο το δυνατό διαφορετική από τον απλό καθημερινό λόγο – σύνθετες λέξεις, πολύπλοκο σύστημα ομοιοκαταληξίας, συμπυκνωμένη γραμματική κ.λ.π. Ο «Πρόλογος» έθεσε, επίσης, ζητήματα μείζονος ενδιαφέροντος για τη σύγχρονη λογοτεχνική θεωρία, όπως η σχέση μεταξύ ποιητικής και «καθημερινής» γλώσσας και της «λογοτεχνίας» και των άλλων ειδών λόγου.
Ο Κόλεριτζ στο έργο του « Λογοτεχνική βιογραφία» συζήτησε τις ιδέες που περιλαμβάνονται στον «Πρόλογο» του Γουέρντσγουερθ και έδειξε πως ο Γουέρντσγουερθ έγραψε την καλύτερή του ποίηση όσο απομακρυνόταν από τις ίδιες του τις θεωρίες για το τι θα πρέπει να είναι η ποίηση. Ο Κόλεριτζ απομακρύνθηκε από την άποψη ότι η γλώσσα της ποίησης θα πρέπει να πλησιάσει τη γλώσσα του πεζού λόγου. Θεώρησε την κατεύθυνση αυτή ως εξασθένιση του ποιητικού αποτελέσματος που μπορούσε να αποδειχτεί αυτοκτονική.
Η γλώσσα είναι η πηγή του αισθητικού αποτελέσματος. Στο έργο του Σέλλεϋ «Μια υπεράσπιση της ποίησης», 1821, ο συγγραφέας θεωρεί την ποίηση αφιερωμένη σε αυτό που μια ομάδα ρώσων κριτικών ονόμασε αργότερα «ανοικείωση». Γράφει ο Σέλλεϋ: «η ποίηση αφαιρεί το πέπλο της οικειότητας από τον κόσμο […] καθαρίζει την εσώτερη όρασή μας από τη μεμβράνη της οικειότητας…».
Σε αυτό το κείμενο προλέγει επίσης την έννοια του «απρόσωπου» που εισηγήθηκε ο Τ. Σ. Έλιοτ στο «Η παράδοση και το ατομικό ταλέντο», 1919, όπου υπάρχει μια διάκριση ανάμεσα στον συγγραφέα ως υποκείμενο και τον συγγραφέα, «πρόσωπο», μέσα στο έργο. Σύμφωνα με τον Έλιοτ: «όσο τελειότερος ο καλλιτέχνης τόσο μεγαλύτερος θα είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στον άνθρωπο που υποφέρει και στον νου που δημιουργεί». Η ποίηση δεν είναι η συνειδητή μεταφορά των προσωπικών εμπειριών σε λέξεις. Γράφει ο Σέλλεϋ:
«Ο νους, την ώρα που δημιουργεί, είναι σαν ένα κάρβουνο που πάει να σβήσει και που κάποια αόρατη επίδραση, σαν ασταμάτητος άνεμος, το ξαγρυπνά, χαρίζοντάς του μιαν ολιγόστιγμη λαμπρότητα» («Μια υπεράσπιση της ποίησης»)
Υπάρχει η ιδέα του υποσυνείδητου σε μια προδρομική μορφή και η φροϋδική αντίληψη για τον νου. Η ιδέα του υποσυνείδητου είναι βασική για τον ρομαντισμό.
Ο Κητς έγραψε επίσης για τη λειτουργία του  υποσυνείδητου. Στο «Ένα γράμμα στον Μπέιλυ», 1817, γράφει πως: «ο Νους με την απλή φαντασία μπορεί να έχει τις ανταμοιβές του, με την επαναλαμβανόμενη λειτουργία του σιωπηρού του μηχανισμού που επελαύνει διαρκώς προς το Πνεύμα με υπέροχους αιφνιδιασμούς». Ο «σιωπηρός μηχανισμός» του νου είναι το υποσυνείδητο και το «Πνεύμα» τα συνειδητό.
Μετά τους ρομαντικούς, η κριτική θεωρία εξελίσσεται με το έργο των βικτωριανών: Τζορτζ Έλιοτ, Μάθιου Άρνολντ και Χένρυ Τζέημς.
Υπάρχουν δύο σαφώς διακρινόμενες «διαδρομές» στην ανάπτυξη της αγγλικής κριτικής. Η μία διαδρομή οδηγεί μέσω του Σάμιουελ Τζόνσον και του Μάθιου Άρνολντ στον Τ. Σ. Έλιοτ και τον Φ. Ρ. Λήβις. Ονομάζεται η οδός της «πρακτικής κριτικής». Τείνει να επικεντρώνεται στην «εκ του σύνεγγυς ανάλυση του έργου συγκεκριμένων συγγραφέων.
Η άλλη διαδρομή περνά μέσω Σίδνεϋ, Γουέρντσγουερθ, Κόλεριτζ, Τζόρτζ Έλιοτ και Χένρυ Τζέημς. Αυτή είναι οδός είναι περισσότερο «ιδεοκεντρική». Ασχολείται με μεγάλα ζητήματα που αφορούν τη λογοτεχνία όπως «πώς δομούνται τα λογοτεχνικά έργα;»,  « Ποια η φύση της λογοτεχνικής γλώσσας;», «Πώς επιδρούν στους αναγνώστες ή τους θεατές τους;», «Πώς συνδέεται η λογοτεχνία με τη σύγχρονη εποχή και με ζητήματα πολιτικής και φύλου;» «Τι μπορεί να ειπωθεί για τη λογοτεχνία από φιλοσοφική σκοπιά;» Όλα αυτά τα ερωτήματα ήρθαν στο προσκήνιο από τους κριτικούς θεωρητικούς από το 1960 και μετά.
Η εκ του σύνεγγυς ανάγνωση προήλθε εν μέρει από το έργο του Μάθιου Άρνολντ. Είδε τη λογοτεχνία ως πιθανό υποκατάστατο της θρησκείας καθώς οι μεσαίες τάξεις, που κυρίως είχαν το βάρος της δημοκρατίας, είχαν διαφθαρεί από τον υλισμό. Ο κριτικός θα βοηθούσε τους ανθρώπους να αναγνωρίσουν «ό,τι καλύτερο γνώρισε και σκέφτηκε η ανθρωπότητα». Ο Άρνολντ τονίζει τη σημασία να παραμείνει η λογοτεχνία «ανιδιοτελής» δηλαδή ξεκομμένη από την πολιτική και ότι στόχος της λογοτεχνικής κριτικής είναι να επιτύχει τη γνώση δηλαδή εκτιμά «το αντικείμενο καθαυτό όπως πραγματικά είναι».  Βασικό λογοτεχνικό εργαλείο είναι η έννοια της «Λυδίας λίθου» που απλώς υποδεικνύει τη χρήση όψεων της λογοτεχνίας του παρελθόντος προκειμένου να κρίνουμε τη λογοτεχνία του σήμερα.
Ο Άρνολντ μας συμβουλεύει να «έχουμε πάντοτε κατά νου στίχους και εκφράσεις των σπουδαίων δασκάλων και να τις χρησιμοποιούμε ως Λυδία λίθο για την υπόλοιπη ποίηση.
Στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα τα βασικά ονόματα κριτικών στη Βρετανία  ήταν ο Φ.Ρ. Λήβις, ο Τ.Σ. Έλιοτ, ο Γουίλιαμ Έμπσον και ο Ι.Α. Ρίτσαρντς. Μόνο ο Έλιοτ δεν ήταν στο Κέμπριτζ, η συμβολή του οποίου ήταν η μεγαλύτερη.
Οι κυριότερες αντιλήψεις του ήταν:
  • Η έννοια της «διάσπασης της ευαισθησίας»
  • Η έννοια του ποιητικού «απρόσωπου»
  • Η έννοια της «αντικειμενικής συστοιχίας»
Η ιδέα ότι μια «διάσπαση της ευαισθησίας» προέκυψε στον 17ο αιώνα, διαχωρίζοντας ριζικά τη σκέψη από το συναίσθημα δεν τεκμηριώθηκε ποτέ ιστορικά. Η καλύτερη χρήση αυτής της ιδέας είναι ως τρόπος να περιγράψει κανείς τις ιδιαίτερες ιδιότητες της διάνοιας και της ευαισθησίας που εντοπίζουμε στους Μεταφυσικούς ποιητές.
Η ιδέα του απρόσωπου ήταν εν μέρει ένας τρόπος του Έλιοτ να απομακρύνει τη σύγχρονή του συζήτηση για την ποίηση, από τις ιδέες περί πρωτοτυπίας και αυτοέκφρασης που κατάγονταν από τον ρομαντισμό. Η ποίηση δεν είναι ένα ξεχείλισμα προσωπική συγκίνησης αλλά μια υπέρβαση του ατομικού μέσω μιας αντίληψης της παράδοσης που μιλούσε μέσα από τον κάθε ποιητή. Η φωνή των προγενεστέρων ποιητών μπορεί να ακουστεί να μιλά καθαρότερα μέσω του ίδιου. Υπάρχει η διάκριση μεταξύ της ατομικής διάνοιας , που βιώνει και της φωνής που μιλά μέσα στην ποίηση.
Η αντικειμενική συστοιχία είναι μια άλλη εκδοχή της αγγλικής εμπειρικής στάσης. Ο καλύτερος τρόπος να εκφράσει κανείς μία συγκίνηση είναι να βρει ένα όχημα γι’ αυτήν σε χειρονομίες, δράσεις ή σε συγκεκριμένους συμβολισμούς παρά να την προσεγγίσει περιγραφικά. Πρέπει να δείχνεται με λέξεις ή με πράξεις.
Ο κριτικός που άσκησε τη μεγαλύτερη επίδραση πριν το κίνημα της θεωρίας ήταν ο Λήβις. Έψαξε για ένα σύστημα αξιολόγησης της λογοτεχνίας που θα προσπερνούσε τα σταθερά κριτήρια, υποστηρίζοντας μια πιο ανοικτή προσέγγιση απέναντι στις ιδιαιτερότητες κάθε κειμένου. Ο Λήβις αμφισβητούσε το κύρος μειζόνων συγγραφέων. Η ουσία της μεθόδου του ήταν ο ισχυρισμός ότι η φήμη ορισμένων απ’ αυτούς δεν θα άντεχε στην εκ του σύνεγγυς κριτική μελέτη.
Ο Λήβις χρησιμοποίησε ως κριτικούς όρους λέξεις και φράσεις που είχαν εδραιωμένες σημασίες παράδειγμα «ζωή» και η έννοια της «βιωμένης εμπειρίας». Το ουσιώδες ερώτημα του Λήβις είναι αν το έργο προάγει τη ζωή και τη ζωτικότητα.
Ο Γουίλιαμ Έμπσον με το βιβλίο του «Εφτά τύποι αμφισημίας» φτάνει την εκ του σύνεγγυς ανάγνωση κειμένων στο απώτατο άκρο του κειμενοκεντρισμού. Η γλώσσα, σύμφωνα με τον Έμπσον, είναι ένα πολύ ολισθηρό μέσο. Όταν χειριζόμαστε τη γλώσσα πρέπει να έχουμε επίγνωση ότι πιθανό να εκραγεί σε νοήματα που δεν είχαμε υποπτευθεί ότι βρίσκονταν εκεί. Καθώς προχωράμε από τον πρώτο τύπο αμφισημίας στον έβδομο καταλήγουμε σε ένα κενό γλωσσικής απροσδιοριστίας. Ωστόσο, η τοποθέτηση της γλώσσας σε οποιαδήποτε συμφραζόμενα τείνει να μειώνει ή και να εξαλείφει την αμφισημία.
Ο Ρίτσαρντς είναι ο πρωτοπόρος της προσέγγισης που αποσπά το λογοτεχνικό έργο από τα συμφραζόμενά του και εδραίωσε την «πρακτική κριτική». Απομακρύνει την προγενέστερη γνώση και βασίζεται στην πρωτογενή άποψη του κάθε αναγνώστη.
Η διαμάχη ανάμεσα στον φιλελεύθερο ανθρωπισμό και τη «θεωρία» είναι θεμελιώδης.
Είχαν προηγηθεί διαφωνίες και διαμάχες όπως αυτή ανάμεσα στον Λήβις και τον Ρενέ Βέλλεκ, στο περιοδικό «Διερεύνηση» όταν ο δεύτερος αμφισβήτησε την επάρκεια της πρακτικής κριτικής. Κταά τον Βέλλεκ η εκ του σύνεγγυς ανάγνωση ορισμένων ρομαντικών ποιητών από τον Λήβις δίνονταν στον αναγνώστη εντός θεωρητικού κενού. «Θα ευχόμουν να είχατε δηλώσει τις παραδοχές σας ρητά και να τις είχατε υπερασπιστεί συστηματικά» είπε ο Βέλλεκ.
Οι θεωρητικοί απαιτούν οι μέθοδοι να μπορούν να αξιολογηθούν ώστε να φανούν και οι αδυναμίες των παραδοχών και των διαδικασιών των προσεγγίσεων των φιλελεύθερων ανθρωπιστών.

* Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος, ΜΔΓΡ(Master Degree in Literature)

Βιβλιογραφία

Peter Barry, «ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ, Μια εισαγωγή στη λογοτεχνική και πολιτισμική θεωρία», μτφρ. Α. Νάτσινα, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2013

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Το φως και το σκοτάδι: Για «Το καντήλι της Ουμ Χάσιμ» – γράφει η Νότα Χρυσίνα

Πρώτη δημοσίευσηhttp://frear.gr/?p=15644



Γιάχια Χάκι, Το καντήλι της Ουμ Χάσιμ, μτφρ. Ελένη Καπετανάκη, εκδ. Μαΐστρος, Αθήνα 2015. 

«Κάθε φως υποδηλώνει μια σύγκρουση ανάμεσα σ’ ένα σκοτάδι που δειλιάζει κι ένα φως που αντιστέκεται».
O συγγραφέας Γιάχια Χάκι (1905- 1992) θεωρείται πρωτοπόρος διηγηματογράφος και πατέρας του αραβικού διηγήματος. Το πρώτο του διήγημα δημοσιεύτηκε το 1925. Στο βιβλίο του «Το καντήλι της Ουμ Χάσιμ» περιγράφει τον αγώνα ενός νέου Άραβα που φεύγει από το Κάιρο, τόπο καταγωγής του, και πηγαίνει στην Αγγλία να σπουδάσει. Εκεί έρχεται σε επαφή με το δυτικό πολιτισμό, τα Φώτα του Διαφωτισμού, τη λογική και την επιστήμη, φτάνοντας στην απαλλαγή από τις προκαταλήψεις. Ο νεαρός Ίσμαήλ σπουδάζει γιατρός και μυείται στον ορθολογισμό μέσα από τις σπουδές του στην ιατρική αλλά και τον έρωτά του για μια Αγγλίδα συμφοιτήτριά, τη Μαίρη, η οποία τον βοηθά να ξεπεράσει το πολιτισμικό σοκ αλλά και να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα της ζωής:
«Η ζωή είναι μια αμφισβήτηση που διαρκώς αναπαράγεται».
Η περιπέτεια της συμφιλίωσης με τον εαυτό του και η ενηλικίωση του ήρωα περνάει διαδοχικά στάδια, στα οποία εναλλάσσεται το φως με το σκοτάδι όπως η μέρα με τη νύχτα. Αρχικά, ο Ισμαήλ περνάει από το φως της πατρίδας του στο σκοτάδι της παγωμένης Δύσης, το οποίο μετατρέπεται σε φως, καθώς τη γνωρίζει και εκτιμά τις αξίες της. Όταν επιστρέφει πίσω στην Αίγυπτο, νιώθει πως φεύγει από το φως της Δύσης και γυρνά στο σκοτάδι των προκαταλήψεων της πατρίδας του. Η νοσταλγία για τον τόπο τον κάνει να γυρίσει δοκιμάζοντας όμως αρνητικά συναισθήματα για τον λαό, και κατ’ επέκταση για τον εαυτό του:
«Όσο δυνάμωνε η αγάπη του για την Αίγυπτο τόσο μεγάλωνε κι η απέχθεια που ένιωθε για τους Αιγύπτιους».


Στην πορεία προς την ενηλικίωση ο ήρωας του Γιάχια Χάκι συγκρούστηκε με την οικογένειά του, που στερήθηκε για να τον στείλει να σπουδάσει γιατρός, αμφισβήτησε και συγκρούστηκε επίσης με όσα γαλουχήθηκε, όπως η πίστη και οι κανόνες της πατριαρχικής οικογένειας:
«Δεν είχε εις μάτην ζήσει στην Ευρώπη ασπαζόμενος τη γνώση και τη λογική της. Έμαθε ότι μεταξύ του ιδίου και όσων βρίσκονταν στο δρόμο του, θα διεξαγόταν ένας μακρύς αγώνας, παρόλο που τα νιάτα τον έκαναν να υποτιμά τις μάχες και τις δυσκολίες»
«Δεν ξέρω καμιά Ουμ Χάσιμ…»
«Τι λες; Αυτά έμαθες στις ξένες χώρες; Αυτό κερδίσαμε που σε στείλαμε έξω, να γυρίσεις άπιστος;»
H Ανατολή μάς κληροδότησε το παραμύθι και διέσωσε στην παράδοσή της το υπερβατικό στοιχείο, που χάθηκε με τον ορθολογισμό της Δύσης.
«Το καντήλι της Ούμ Χάσιμ» θα κάνει το θαύμα του θα θεραπεύσει το τράχωμα της Φάτιμα, της μέλλουσας γυναίκας του, που είχε εξελιχθεί σε τύφλωση, καθώς δεν μπόρεσαν τα φάρμακα να το θεραπεύσουν.
Ο ήρωας έκανε έναν αγώνα να «δει» δύο διαφορετικούς πολιτισμούς. Στο τέλος, κατάφερε να ενηλικιωθεί, να συμφιλιωθεί με την ταυτότητά του, τον τόπο καταγωγής του, αλλά και να χρησιμοποιήσει όσα του έμαθε η επαφή του με τον δυτικό πολιτισμό:
«Κι ήταν τότε που τα πρόσωπα συνομίλησαν μαζί του απ’ την αρχή, λέγοντας πράγματα που δεν είχε ξανακούσει. Τον άγγιξε πια μια ηρεμία, μια γαλήνη. Το σπαθί είχε μπει στη θήκη του».
Το βιβλίο θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει ένα ηθικό δίδαγμα, για κάθε άνθρωπο ανεξάρτητα από τη χώρα που γεννήθηκε, το οποίο καταλήγει στα γνωστά καβαφικά ποιήματα «Ιθάκη» και «Η Πόλις», όπου ο αλεξανδρινός Καβάφης διαπιστώνει «Καινούργιους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες./Η πόλις θα σε ακολουθεί.» και καταλήγει πως αυτό που μετράει είναι το ταξίδι.
Δεν γνωρίζω αν ο Γιάχια Χάκι γνώριζε τον Καβάφη ή άλλους Έλληνες λογοτέχνες. Οι πρόγονοί του είχαν μεταναστεύσει από την Τουρκία στην Ελλάδα και έπειτα στην Αίγυπτο. Σε δυο σημεία του βιβλίου αναφέρεται στην ελληνική παροικία αλλά μέσα από την καθημερινότητά του. «Το καντήλι της Ουμ Χάσιμ» γράφτηκε το 1940 και στο βιβλίο γίνονται αναφορές στο καθεστώς της αγγλικής αποικιοκρατίας, που κρατά τον λαό στην εξαθλίωση και τη φτώχεια. Ωστόσο, δεν υπάρχουν σαφείς πολιτικές αιχμές. Οι Έλληνες της Αιγύπτου κατοικούσαν στη χώρα από την αρχαιότητα, υπάρχουν αναφορές στον Ηρόδοτο, και οι περισσότεροι διώχθηκαν κατά την Αιγυπτιακή επανάσταση, με τον Νάσερ το 1952, καθώς οι Αιγύπτιοι αγωνίζονταν να απαλλαγούν από τη βρετανική επιρροή και να αποκτήσουν τον έλεγχο της οικονομίας τους.

Το βιβλίο έχει ενδιαφέρον, καθώς κοιτάζει τη Δύση από την οπτική γωνία ενός Άραβα και μάλιστα αναφέρεται σε θέματα πίστης των μουσουλμάνων. Μας βοηθάει να κατανοήσουμε αυτόν τον λαό και μας δείχνει πως καθετί ανθρώπινο μας αφορά. Ο άνθρωπος έχει τα ίδια όνειρα και τις ίδιες ανησυχίες και φόβους ακόμη και τους ίδιους δυνάστες, ανεξάρτητα από το χρώμα του δέρματός του ή το θρήσκευμα. Σε μια πολυπολιτισμική και παγκοσμιοποιημένη κοινωνία οφείλουμε να κατανοήσουμε τον διπλανό μας και να σεβαστούμε τη διαφορετικότητα, αφού μπούμε σε έναν διάλογο με αυτήν. Οι θρησκείες και οι διαφορετικοί πολιτισμοί μπορούν να αποφύγουν τη σύγκρουση μέσα από τον σεβασμό στο έτερο. Οφείλουμε, ειδικά στους καιρούς που ζούμε, να απομονώσουμε την άγνοια, πρέπει ωστόσο να υπάρχει βούληση γι’αυτό. Σήμερα, η Δύση και η Ανατολή καλούνται να συμφιλιωθούν και να αποτραπεί η σύγκρουση των θρησκειών που απειλεί τον πλανήτη. Το βιβλίο μιλάει προφητικά για την ανάγκη συμφιλίωσης, καθώς δείχνει δυο διαφορετικούς τρόπους αντίληψης και κοσμοθέασης. Δείχνει τι σκέφτονται οι «άλλοι», που δεν διαφέρει από αυτό που σκέφτονται οι δυτικοί. Εδώ ο Αιγύπτιος πατέρας μιλάει για τη Δύση:
«Τα ξένα!» Ο πατέρας πρόφερε τη φράση λες και δεχόταν ελεημοσύνη από έναν άπιστο, όχι από ταπείνωση μα για να τον πολεμήσει με τα ίδια όπλα.
Θίγεται έμμεσα και ένα σπουδαίο και φλέγον ζήτημα, αυτό της μετανάστευσης. Τότε ακόμη η μετανάστευση ήταν μη αναγκαστική και σχετιζόταν με το όνειρο για μια καλύτερη ζωή. Σήμερα, η μετανάστευση είναι ένα πλήγμα τόσο για την Ανατολή όσο και τη Δύση, που αδυνατεί να δώσει λύση στο πρόβλημα του ξεριζωμού.
Ο Γιάχια Χάκι έζησε στο εξωτερικό και υπηρέτησε ως διπλωμάτης αρχικά στην Τουρκία και μετά στη φασιστική Ιταλία. Ανήκε στους συγγραφείς που έθεσαν τα θεμέλια για τη λογοτεχνική αναγέννηση της Αιγύπτου. Αγάπησε την κλασική μουσική, μετέφρασε Στέφαν Τσβάιχ και συμμετείχε στη μετάφραση του βιβλίου του Μπόρις Πάστερνακ Δόκτωρ Ζιβάγκο.
Πίστευε πως «η γλώσσα δεν αποτελεί μόνο όχημα για να εκφράσουμε ή να αποτυπώσουμε ιδέες, αλλά το εργαλείο της συγγραφικής διαδικασίας». Η κοσμοθεωρία του εκφράζεται μέσα από τα έργα του και η ουσία της συμπυκνώνεται στο ότι «πηγή και αφετηρία όλων είναι η ανθρώπινη θέληση».
Η μεταφράστρια του βιβλίου Ελένη Καπετανάκη ασχολείται με τη μετάφραση αραβικών κειμένων πάνω από δέκα χρόνια. Το επόμενο βιβλίο της αφορά τον Σαλαντίν, τη μεγάλη αυτή ιστορική φυσιογνωμία του 12ου αιώνα, αυτόν που ένωσε τους Άραβες στην Γ΄Σταυροφορία. Η μετάφραση έγινε από το αντίγραφο που βρέθηκε στη βιβλιοθήκη του Τεμένους του αλ Άκσα, στην Ιερουσαλήμ.
Η γέφυρα της κατανόησης των πολιτισμών στήνεται με τη γνώση και αυτή αποκτάται μέσα από την προσπάθεια μετάφρασης και της αραβικής λογοτεχνίας. Η Ελλάδα, άλλωστε, βασίστηκε πάνω στην αιγυπτιακή σοφία και γονιμοποιώντας την έφτασε, κατά την αρχαιότητα, την τέχνη και τις επιστήμες στο ύψος που μας παραδόθηκαν. Οι Άραβες διέσωσαν κατά το τέλος του Βυζαντίου κομμάτια του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, ανέπτυξαν τα μαθηματικά και, μέσα από όσα διέσωσαν και καλλιέργησαν, συνέβαλαν στη δημιουργία του δυτικού πολιτισμού.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: David Roberts.]

* Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος