Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

"ΑΠΑΡΑΜΙΛΛΗ ΔΥΝΑΜΗ" της ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ ΜΟΔΕΣΤΟΥ


γράφει η Νέλλα Συναδινού*



● Μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος «απαράμιλλη δύναμη», προβλήθηκαν στο νοητικό μου πεδίο κινηματογραφικά πλάνα σε διάφορους τόπους και χρόνους, με ενάργεια αισθητοποιημένα, ωσάν εκ της φωτεινής δέσμης του φακού εστιασμένα. Ένα ακραιφνές, ως προς τη λογοτεχνική του κατάταξη, μυθιστόρημα, με μια πλειάδα χαρακτήρων που μεταξύ τους αλληλεπιδρούν σε προκαθορισμένη από τη δημιουργό διάταξη και σταδιακά συνυφαίνουν τον ιστό της πλοκής, καθώς αναδύονται και αναπτύσσονται σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Σταδιακά, εκτυλίσσεται το νήμα της αφήγησης σε πεδίο υποθετικό, όμως με στοιχεία απτής πραγματικότητας στους σύγχρονους καιρούς, όσο και ιστορικά ακριβή στις αναδρομικές αφηγήσεις. Καταρχάς ασύνδετες με τον κορμό της ιστορίας ανθρώπινες μορφές από τον προπερασμένο αιώνα έως τη σύγχρονη εποχή, περιελίσσονται τον άξονα του μοιραίου, αναπετούν και σταδιακά συγκλίνουν πάνω στην κόψη του πεπρωμένου που τις συνέχει. Την παλέτα του χρόνου διατρέχουν γεγονότα με αναδρομή, προώθηση, παλινδρόμηση – ταυτόχρονα, πρωθύστερα, υστερόχρονα- δίκην παιγνιδίσματος. Σταδιακά, διαφαίνεται η πρόθεση της δημιουργού να υμνήσει την απαράμιλλη δύναμη του ανθρώπου με κινητήριο μοχλό την αγάπη και να προβάλει τη διαβρωτική επήρεια του κακού, που αποσαθρώνει και ρημάζει τις ανθρώπινες ζωές, όμως δεν είναι ακατανίκητο. Από τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων υποδηλώνεται μια κοσμοαντίληψη με αδιάσειστα θεμέλια τις διαχρονικές αξίες του ουσιώδους ήθους, της βαθιάς αξιοπρέπειας, της παράδοσης στη θετική της όψη. Η «απαράμιλλη δύναμη» είναι ένα μυθιστόρημα, που  ψυχαγωγεί και τέρπει, ενώ παράλληλα διατηρεί αμείωτο τον προβληματισμό για την προγονική πάλη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, πάλη που ακατάπαυτα κρατεί.
● Η αφήγηση εκκινεί με χώρο την Αθήνα και με χρόνο το 1996, όπου οι ήρωες ιδανικά εγκολπωμένοι το πνεύμα της δεκαετίας, ενσαρκώνουν πρότυπα χρηματοοικονομικών θαυμάτων και επιχειρηματικών επιτευγμάτων στις εκδόσεις και στην τηλεθέαση, όμως σε συνδυασμό με δείγματα τόλμης στη μαχόμενη δημοσιογραφία. Αντανακλώνται στα πρόσωπα των χαρακτήρων, που ήδη αντιπροσωπεύουν τις κεντρικές ιδέες του έργου, καθώς η επιχειρηματική δεινότητα τίθεται στην υπηρεσία των ανθρωπιστικών αξιών και όχι στον βωμό του νεόκοπου κατά τη δεκαετία υλιστικού ευδαιμονισμού. Ήδη ο έρωτας δηλώνει  παρών, με αφετηρία το πρώτο ερωτικό ζεύγος, στη σειρά των επόμενων που ακολουθούν ανά χρονική βαθμίδα, και θα αποτελέσει θεματικό μοτίβο, καταλυτικό για την εξέλιξη της πλοκής. Ήδη αναδύεται η δύναμη, ως ψυχικό σθένος, και η δύναμη, ως έρωτας ο Αρχέγονος και Κάλλιστος. Ήδη ο αναγνώστης πατάει στα χνάρια ενός μυστηρίου που υποφώσκει, καθώς το φαινόμενο υπαινίσσεται ανατροπή από το νοούμενο, καθώς η πρώτη μνεία στον παρελθόντα χρόνο-1985- αποτελεί προ-οικονομία για το βαθύτερο υπόβαθρο των συμβάντων. Ταυτόχρονα όμως προ-σημαίνεται το αντίπαλο δέος, καθώς για πρώτη φορά η ερεβώδης σκιά του εχθρού απλώνεται ∙ είναι ο εκπρόσωπος του απόλυτου κακού, αμετακίνητος στη ροή της ιστορίας, αρραγής και ολέθριος στον πολλαπλό χρόνο και έχει ταυτότητα. Ήδη ονοματίζεται.
● Και ενώ στα δύο πρώτα κεφάλαια ο αναγνώστης πιστεύει ότι του έχουν συστηθεί οι κεντρικοί ήρωες κι ότι το αχνότερο διάγραμμα των δευτερευόντων απλώς προσθέτει έμφαση στη σκιαγράφησή τους, αιφνιδιάζεται στο τρίτο κεφάλαιο, όταν μεταφερόμενος στο έτος 2010, έρχεται ενώπιος προς μια άρδην σκηνική μεταστροφή. Γιατί ο αναγνώστης βρίσκεται πλέον στον χρόνο της ιστορίας. Αδράχνει λοιπόν την άκρη του νήματος, ώστε να κλιμακώσει τη συνειδητοποίηση μιας μετατόπισης του κέντρου βάρους ∙ ποιος είναι ο χαρακτήρας στο επίκεντρο των εξελίξεων, πώς σχετίζεται η παρουσία του με τους λοιπούς πρωτεύοντες και δευτερεύοντες χαρακτήρες προηγούμενων και επόμενων κεφαλαίων, οι οποίοι δρουν πρωθύστερα ή ύστερα και είτε τελούν εν ζωή είτε φασματικά βαίνουν στο προσκήνιο. Πρόκειται για τον νεαρό Αλέξη, μοιραίο και αντιφατικό, που αποδεικνύεται ότι βλάστησε από το τεράστιο γενεαλογικό δέντρο, του οποίου οι κλώνοι και οι παραφυάδες θα αποκαλύπτονται, όσο θα προάγεται η μυθιστορηματική ακολουθία. Αν ο Αλέξης χαρακτηρίζεται πρωταγωνιστικός χαρακτήρας εν δράσει, εκ των αναστολών και του ψυχισμού του οποίου ανακόπτεται ή προωθείται η αλληλουχία, η γιαγιά του Αναστασία, αποτελεί το κομβικό πρόσωπο εκ του οποίου απορρέει η δράση. Στον παρόντα χρόνο της ιστορίας, με μια δραματική επίκληση και ατελέσφορη αποστροφή της προς τον Αλέξη, εν συνεχεία αναδρομικά στην Κύπρο, με μια πράξη ηρωισμού στις ημέρες αγώνων για την Ανεξαρτησία και σε ολόκληρο τον κορμό του έργου, όπου εγκιβωτίζεται μέσα στην υποθήκη της ∙ την επιστολή και το χειρόγραφο που μεταβίβασε στον Αλέξη, που την καθιστούν άσβεστη πνοή. Από το σημείο αυτό οι χρόνοι της αφήγησης κυμαίνονται στις δεκαετίες του ’90 και του ’80 του περασμένου αιώνα, με επιστροφή στη σύγχρονη δεύτερη του 21ου, που αποτελεί τον χρόνο της ιστορίας, όμως ποτέ ομαλά κι ευθύγραμμα, πάντα σε χρονική συνάρτηση με το στοιχείο που σειρά έχει να έλθει στο φως. Στη ροή της έρευνας παρεμβάλλονται επεισόδια προγενέστερων αφηγηματικών χρόνων:1891-1900-1934 στην Κύπρο, 1900 και 1983 στην Αίγυπτο, 1957 και 1965 στην Αγγλία, με διαφορετική τυπογραφική αποτύπωση, ως γραφή της Αναστασίας, που τη συνεχίζει η θυγατέρα της, Φωτεινή, και επιφορτίζεται να συμπληρώνει τεκμήριο-τεκμήριο ο Αλέξης, ακολουθώντας τους όρους της διαθήκης. Γιατί η Αναστασία του κληροδότησε αμύθητη περιουσία με προϋπόθεση ισχύος, την προσαρμογή όλων των ψηφίδων στο μωσαϊκό της οικογενειακής μνήμης. Ο Αλέξης απαιτείται να μοχθήσει γι’ αυτό, να διατρέξει χώρες, να ερευνήσει αρχεία και το δυσκολότερο, να κλονίσει τα θεμέλια των πεποιθήσεων που τον εξέθρεψαν.
● Κατ’ αυτόν τον τρόπο το μυθιστόρημα αποκτά τα χαρακτηριστικά της έκπληξης, της αγωνίας και της εκκρεμότητας, ως εξ ενός αινίγματος που βήμα-βήμα πρέπει να επιλυθεί. Πρόκειται για στοιχεία που προσιδιάζουν σε αστυνομικό μυθιστόρημα και πράγματι, το ζητούμενο παρουσιάζει μορφή συμμετρικής σχέσης ανάμεσα σε ερώτηση και απάντηση, οπότε απαιτείται αναζήτηση μαρτυριών και δεδομένων σε διαφορετικά σημεία της γης. Καθώς ο κεντρικός ήρωας τελεί σε πλάνη σχετικά με τα αληθινά περιστατικά, καλείται να βαδίσει προς αποκάλυψη τους, όμως επιβραδύνει ή παύει τη δράση λόγω του ιδιάζοντος ψυχισμού του, με αποτέλεσμα το μυστήριο να  αιωρείται και να εντείνεται. Εκ των ισορροπιών ή των διαταραχών των ηρώων, δηλαδή, απορρέουν απρόβλεπτες αντιδράσεις και ανατροπές, πέρα από τα εξωτερικά προσκόμματα που εγείρει εμπρός τους η αντίρροπη αρνητική δύναμη. Ανησυχία γεννιέται αν θα υπάρξει καθαρτήρια κατάληξη.
● Προκύπτει λοιπόν ότι το στοιχείο της ψυχογραφίας αποτελεί μέσο που μετέρχεται η δημιουργός. Εισδύει στα βάθη της ψυχής των ηρώων της, και όχι μόνον του κεντρικού, τόσο μορφώνοντας τη φυσιογνωμία τους, όσο και φωτίζοντας τις εντός τους συγκρούσεις και τις συγκρούσεις τους με το έτερο πρόσωπο, ώστε να αποσαφηνίζονται τα κίνητρα των συμπεριφορών τους. Συνεπώς, οι τεχνικές που χρησιμοποιεί σε ένα περίτεχνο, πολυπρόσωπο, πολύ-επεισοδιακό πεδίο, δεν εξαντλούνται  στην πρόκληση ενδιαφέροντος από τη δράση, αλλά επικεντρώνουν ανθρωποκεντρικά. Το ανθρώπινο δράμα φωτίζεται πολύπλευρα, τοποθετείται στην κορυφή των στόχων της και με αυτό γνώμονα οδηγείται ο αναγνώστης έως στο τέρμα του ταξιδιού από τον καλύτερο δρόμο ∙ μια κρίση συνείδησης επικρέμαται, ως επιστέγασμα του ανθρώπινου δράματος και επαναλαμβάνεται στις μορφές από τους διαφορετικούς αφηγηματικούς χρόνους έως τον χρόνο της ιστορίας. Περαιτέρω, η περιδιάβαση στους τόπους και στους χρόνους απαιτεί τη μορφοποίησή τους, οπότε αξιοποιείται από τη δημιουργό η δυνατότητα να μετέλθει και της ηθογραφίας. Έτσι ανάγλυφα συντίθενται τα τμήματα του μωσαϊκού της μνήμης με προβολή της Κύπρου του προπερασμένου αιώνα, για παράδειγμα, ή της κοσμοπολιτικής Αιγύπτου των αρχών του περασμένου, προσφιλείς μου σελίδες του βιβλίου, που θα τις επιθυμούσα εκτενέστερες.
● Ως προς τη μορφή της αφήγησης, είναι τριτοπρόσωπη, δηλαδή το αφηγηματικό πρόσωπο τίθεται στη θέση του επόπτη των πάντων, μη μετέχοντας το ίδιο στην πλοκή. Έτσι η αδιάπτωτη ροή της πλοκής εναπόκειται στον τρόπο που βιώνουν οι ήρωες το παρόν τους και κατά τη συναισθηματική τους διακύμανση. Το αφηγηματικό πρόσωπο παραμένει σε πλαίσιο έξω-διηγητικό με τον ρόλο της αφήγησης των διαδραματιζόμενων που συνιστούν το κείμενο, άρα δε δραματοποιείται μεταξύ των χαρακτήρων. Συνεπώς, η αφήγηση γίνεται πολύ-εστιακή, κατά την οπτική γωνία ενός εκάστου χαρακτήρα. Εντούτοις, σε σημεία το αφηγηματικό πρόσωπο ελαφρώς αποστασιοποιείται, μοιάζει να παρακολουθεί απλώς τις κινήσεις των ηρώων δίχως να αποκρυπτογραφεί τις σκέψεις τους και τότε σημειώνεται επίταση της εκκρεμότητας, άρα και της αστυνομικής χροιάς. Το σημείο στο οποίο συναντιούνται το αφηγηματικό πρόσωπο με τη συγγραφέα-δημιουργό, έγκειται στη βαθιά εξοικείωση της με τα περιβάλλοντα είτε βιωμένα σε σχέση με τη σύγχρονη εποχή είτε και ως αφομοιωμένη ιστορία σε σχέση με παρελθόν ∙ ανιχνεύονται έτσι χαρακτηριστικά βιωματικότητας, με την πηγή έμπνευσης να προσπελάζει αληθινές ιστορίες από τις προσλαμβάνουσες εμπειρίες της συγγραφέως.
● Βάσει αυτών των πρώτων υλών πλάθει η συγγραφέας το πάνθεον των ηρώων της. Διαδοχικές γενιές από τον προπερασμένο αιώνα έως σήμερα, παράγουν μορφές αντρικές και γυναικείες, που αντικατοπτρίζουν την εποχή τους και συμπυκνώνουν την ατμόσφαιρα που περιρρέει τους χρόνους τους. Tο τόξο των αρρένων εκτείνεται στις προσωπικότητες του Θεοδόση, του Γιάννη, του Τζο, έως τον καταληκτικό, άμα και πολυμορφικό Αλέξη, περικλείοντας και τον επικουρικό Μάριο. Οι πορείες τους, εκτός από τη σύγχρονη Ελλάδα, Κύπρο, Γερμανία, Ισραήλ, μας γυρίζουν στην Κύπρο των απαρχών της κυριαρχίας των Άγγλων και στην Κύπρο που μετρά αντίστροφα την ώρα της Ανεξαρτησίας της, ενώ η αναπόδραστη μοίρα τους μας ταξιδεύει στην παλαιότερη Αίγυπτο και Αγγλία. Κοινό τους γνώρισμα, με εξαίρεση τον Αλέξη, είναι ότι παρά τη χρονική μετάβαση, συμβολίζουν το αντρικό αρχέτυπο ανά τους αιώνες στην εξιδανικευμένη του έκφανση ∙ είναι μαχητικοί, με επιτυχημένες σταδιοδρομίες κόντρα στις αντιξοότητες, αντιστέκονται στη διαβολή με αντίβαρο το ακλόνητο ήθος, ερωτεύονται με πάθος και λαβώνονται δια βίου από τον έρωτά τους. Λοξοδρομεί από το σχήμα ο Αλέξης, αλλά με αιτία. Το στοιχείο της παρέκκλισής του από τον κανόνα των αρρένων, ως ανεύθυνου και έκλυτου βλαστού άνευ υγιούς δυναμισμού, επαυξάνει το ενδιαφέρον στην κυρίαρχη μορφή του μέσα στον χρόνο της ιστορίας και τον καθιστά μοχλό της πλοκής που υφαίνεται. Κοντολογίς, η αντιφατική του υπόσταση εξυπηρετεί την οικονομία του έργου. Όσο αποκωδικοποιούνται τα αινίγματα, αποκωδικοποιείται και η προσωπικότητα του Αλέξη και ερμηνεύονται οι αντιφάσεις του, ώσπου προσλαμβάνεται η τραγική ειρωνεία της κατάστασής του ∙ λόγω στρεβλής πληροφόρησης να θεωρεί ψευδές το αληθές και τανάπαλιν, ενώ οι άλλοι γνωρίζουν, και μεταξύ αυτών ο αναγνώστης. Από την άλλη πλευρά, η Ειρήνη, η Έρικα, η Φωτεινή, η Γιούλη, η Κατερίνα, η Μαρίνα και βεβαίως η Αναστασία του πυρήνα της ιστορίας, ομοίως ανταποκρίνονται στο ιδανικό της αιώνιας θηλυκής υπόστασης ∙ βιώνουν μοναδικά και τελεσίδικα τον έρωτα και αφοσιώνονται άνευ όρων, συχνά υποτάσσοντας τον εαυτό τους σε μια υψηλότερη προτεραιότητα και θυσιάζοντάς τον στον βωμό της προστασίας του αγαπημένου προσώπου. Αβρότητα συναισθήματος τις διατρέχει, ως ερωμένες, ως μάνες, ως φίλες. Ελαφρώς διαφοροποιείται, όχι ως προς την απολυτότητα του έρωτά της ή τη θετική της αύρα, αλλά λόγω της τόλμης της να αψηφήσει τις κοινωνικές επιταγές, η Έρικα της Αιγύπτου των αρχών του 20ου αιώνα ∙ προβάλλει θέματα γυναικείας χειραφέτησης, στηλιτεύει παθογένειες του κόσμου της, εξευτελιστικές για τη γυναίκα, και αποτελεί την αγαπημένη μου δευτερεύουσα γυναικεία μορφή. Δεσπόζουσα μορφή η Αναστασία στο τόξο των θηλέων, και κινητήρια δύναμη, σφραγίζει με την καίρια της επινόηση το πρότυπο της γυναίκας στους αιώνες.  Εν κατακλείδι, πλάθοντας προσωπικότητες με θεμέλια διαχρονικά, η συγγραφέας αναδεικνύει ένα ακόμη στοιχείο που διακρίνει τη γραφή της ∙ μια τάση προς τον ρομαντισμό, υπό την έννοια ότι υμνεί τον αμετάκλητο έρωτα και την αθανασία του συναισθήματος, την αυτοθυσία και την εκλεκτική ευγένεια.
● Με ύφος απλό και ανεπιτήδευτο, φυσικούς διαλόγους καθημερινής αμεσότητας, επιμελημένη νεοελληνική γραφή, όμως λιτή και με μικρές περιόδους λόγου, η συγγραφέας συνθέτει ένα προσιτό ανάγνωσμα, το οποίο εξαίρει τις ανθρώπινες δυνάμεις και παρασύρει σε χώρο-χρονικές περιπλανήσεις. Αφενός αποπνέει πίστη στην ανώτατη δύναμη, αφετέρου αναδεικνύει τον κοσμοπολιτισμό, ως απελευθερωτικό από τα εσκαμμένα όρια. Η ιστορικότητά προσθέτει στη γοητεία του και μας παρέχει την εμπειρία της ντόπιας λαλιάς στους διαλόγους των επεισοδίων της παλιάς Κύπρου. Η περιγραφή δεν πλεονάζει, άλλωστε το ανάγνωσμα κατεξοχήν καταπιάνεται αφηγηματικά με την εκτύλιξη του νήματος μιας ιστορίας ∙ όπου υπάρχει, είναι κυρίως περιγραφή εσωτερικών διεργασιών, παρά εξωτερικών χώρων.  Τέλος, ως χαριτωμένη λεπτομέρεια, ενδίδω στον πειρασμό να αναφέρω τη σποραδική παρείσφρηση λέξεων του κυπριακού ιδιώματος στoν άψογο νεοελληνικό λόγο της αφήγησης, όπως «εψές».
● Ολοκληρώνοντας, θα επισημάνω ότι το βιβλίο ενδείκνυται για κινηματογραφική απόδοση σε μια όμορφη ταινία.

Νέλλα Συναδινού












*Η Νέλλα Συναδινού σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, έχοντας αποφοιτήσει από τρία τμήματά της- το Ιστορικό, το Νεοελληνικών Σπουδών και από την Αγγλική Φιλολογία. Υπηρέτησε ως φιλόλογος τη Δημόσια Εκπαίδευση και πρόσφατα συνταξιοδοτήθηκε. Τώρα ασχολείται με τη βιβλιοκριτική και βιβλιοπαρουσίαση. Συγγράφει και η ίδια, ερασιτεχνικά προς το παρόν. Έχει εκπαίδευση σε εναλλακτικές θεραπείες και έχει δίπλωμα θεραπεύτριας ανθοϊαμάτων Bach.

Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

"ΔΙΠΛΗ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΗ" του ΖΑΧΑΡΙΑ ΣΩΚΟΥ

 γράφει ο Πάνος Καπώνης*


            Στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ στις 20 Δεκεμβρίου 2011 είχε δημοσιευθεί το εξής :

«ο κορμός της ποίησης που γράφεται σήμερα στον τόπο μας παραμένει η γενιά του '70, με όλα τα θετικά και αρνητικά χαρακτηριστικά που συνόδευσαν την εμφάνιση και καθιέρωσή της. Την πρωτοκαθεδρία της δεν μπόρεσαν να αμφισβητήσουν οι νεότερες γενιές, παρά την έντονη παρουσία τους, τόσο εκδοτικά όσο και στο διαδίκτυο ...»01

            Όμως, πέρα από τα παραπάνω ισχύοντα, υπάρχουν πάντα και οι εξαιρέσεις : Μια τέτοια εξαίρεση είναι και η παρουσία τα τελευταία χρόνια στο ποιητικό προσκήνιο του Αιτωλού δημοσιογράφου Ζαχαρία Σώκου, που αποφάσισε από τις σημαντικές τηλεοπτικές παρουσιάσεις σημαντικών λογοτεχνών της δεκαετίας του '70 και όχι μόνον, να μεταπηδήσει στην ποίηση και μετά την έκδοση της πρώτης του συλλογής το 2015 “Άλλα ρούχα” να εμφανιστεί ξανά τον Οκτώβριο του 2017 με την δεύτερη συλλογή του “Διπλή Προσπέραση”.
            Επειδή, μετά τους τελευταίους στίχους που ακολουθούν με τον τίτλο “Προς Διερεύνηση” «Μοίρα του γένους μου, / ποιά ανεξιχνίαστα κρίματα / μνήμες κυτταρικές σε στοιχειώνουν;», αξίζει τον κόπο να διερευνήσουμε και την ποιητική του.02

            Γέννημα, θρέμμα της Αιτωλίας, ο Ζαχαρίας Σώκος, της ιερής γης – κατά την κριτικό Ελένη Χωρεάνθη03 - των «Ελεύθερων πολιορκημένων», του Παλαμά, του Μαλακάση, του Δροσίνη, αλλά και άξιων νεότερων και σύγχρονων δημιουργών, παιδί της ομίχλης, της υγρασίας, ένας «αλατόπηχτος», στο ποίημα της πρώτης συλλογής «Λάθος χρόνος», σαφώς επηρεασμένος τόσο από αρχαίους συγγραφείς, από τους οποίους συχνά πορίζεται μότο ή αλλού από την Παλαιά Διαθήκη (Άσμα Ασμάτων), αλλά κυρίως από την παραδοσιακή ποίηση, θεμελιώνει την ποίησή του, που εν τέλει στην δεύτερη αυτή συλλογή φανερώνει αφενός μια γνήσια έμπνευση κι αφετέρου μια καλή τεχνική στον στίχο – που τείνει από παραδοσιακός να τρέπεται πολλές φορές σε ελεύθερο.
            O Ζαχαρίας Σώκος, με την πολύτιμη γνώση που αποκόμισε από την τηλεόραση και τις πολύ αξιόλογες συνεντεύξεις του με πρόσωπα του πολιτισμού, εμφανίζεται για δεύτερη φορά στα γράμματα με την νέα ποιητική συλλογή «Διπλή Πρόσπεραση», περνώντας σε μια νέα φάση της ζωής του περισσότερο φιλοσοφημένη όπου, χωρίς να αρνείται το παρελθόν του, θέλοντας να επικοινωνήσει κυρίως μέσα από την ποιητική και όχι μόνον γραφή,04 μας δείνει ενδιαφέροντα δείγματα της πέννας του :

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΟΥ ΙΙ
Απρόσκλητος είναι / και επιμένει / Όλα γυρίζουν κι όλα κύκλος / Σαρώσεις και περιστροφές / κι ηκεφαλή / ακίδα του παρόντος, / πετάει σπινθήρες άοκνους / λέπια της ψυχής / πελεκούδια του χρόνου / Και φθίνει ο κύκλος, / ο κυκλοτερής, / και βαθαίνουν οι γκρεμοί / κι ό,τι μεγάλωσε μικραίνει   

            Με το ποίημα αυτό π.χ. μας δίνει και ένα ενδιαφέρον στίγμα του νέου ποιητικού του λόγου, με ένα λιτό, δωρικό πες τόνο, σαν της Αιτωλίας στίγματα, σαν υποδόρια αφανή τοπία που περιμένουν να εμφανιστούν οι τρείς άγγελοί του.05  Το χαρακτηριστικό βέβαια του Σώκου στα ποιήματά του, είναι η έμφαση της σχέση του με την αιτωλική γη, πότε εμφανώς και πότε συγκαλυμένα.

ΚΑΤΑΜΕΣΗΣ ΣΤΗ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ
Κλείνω τα βλέφαρα / στο μέσα μου βουλιάζω / κι εκεί τα πεπραγμένα  / τ' άπραγα, τα παραπεταμένα / κάλαντα λένε : / Αίμα κι έρωτας, / έρωτας και αίμα, / ό,τι δεν έδωσα και θα 'πρεπε, / ό,τι θέλησα μα δεν το πήρα / Ενοχή κι ό,τι δεν έστρεξε / παιχνίδια του εγώ τουτέστιν / Κι ο θάνατος  / ένα τίποτα στο γραπτό / ποιός ξέρει ;
            Η εμβάθυνση στην παράδοση, παρ όλο που – όπως ο ίδιος λέει - “Δεν έχω ουσιαστική βιωματική σχέση με την παράδοση καθότι, στην ουσία, είμαι παιδί της πόλης”, τα δημοτικά τραγούδια παραμένουν για εκείνον, ένας εξαίρετος θησαυρός και μια ανεκτίμητη δεξαμενή που σαφέστατα διατήρησαν τη συλλογική μνήμη και το λαϊκό αίσθημα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που ο ελληνικός πολιτισμός βρίσκονταν σε αμυντική στάση ή εάν θέλετε ο επηρεασμός του Σώκου από τις δικές του αναμνήσεις και βιώματα, πολλές φορές τον οδηγούν σε μια μίξη γραφής, που εμφανίζεται εμβόλιμα σε αρκετά ποιήματά του, όπως :

ΕΡΧΟΝΤΑΙ
Έρχονται / φορώντας σιδηρές γροθιές / γυάλινα οι άλλοι μάτια  / Δικοί μου είναι / θρέμμα μου / Τους είπα λάθος το σωστό / και τώρα πως να τα μαζέψω ...

            Εξάλλου ο ίδιος στις σημειώσεις του, εμφανίζει τις πηγές του από το δημοτικό τραγούδι.06  Ένα άλλο χαρακτηριστικό του Ζαχαρία Σώκου είναι, ότι σε αρκετά ποιήματά του ξεκινάει με μια προσφώνηση, ιδιαιτερα σε ποιήματα αφιερωμένα σε φίλους του ή άλλους συγγραφείς ή ποιητές, όπως : «Γράφω ποιήματα Κωστή» για τον φίλο του και σημαντικό συγγραφέα, αείμνηστο Κωστή Παπαγιώργη ή «Καλέ μου Τάσο», ή «Ω! Μάρκο Μέσκο» για τον ποιητή Μ. Μέσκο ή ακόμη για τον ποιητή Πάνο Κυπαρίσση «Αχ, Πάνο».

            Ο Ζαχαρίας Σώκος, πέρα από τις συνεντεύξεις που πήρε από γνωστά πρόσωπα της λογοτεχνίας και της τέχνης, έδωσε ο ίδιος και μια σημαντική συνέντευξη, που παραχώρησε στην λογοτεχνική ιστοσελίδα cantus firmus, στην οποία είχε πει  : «Όχι μόνο η ποίηση αλλά κάθε ενέργεια του ανθρώπου αντλεί τη γνώση και την εμπειρία από το παρελθόν αφού το μέλλον στην ουσία δεν υφίσταται». Αλλά, ας δώσουμε τον λόγο στον ίδιο τον Ζαχαρία Σώκο να περιγράψει την ποιητική του :

«Σίγουρα πάντως δεν είναι μια ποίηση μόνο πολιτική, αλλά με τον τρόπο της την εμπεριέχει ή μια ποίηση που να στηρίζεται μόνο στη μυθολογία ή την ιστορία αλλά ενίοτε εμπνέεται από πρόσωπα του μύθου ή της ιστορίας… Νομίζω ότι κοινός τόπος είναι οι αγωνίες του ανθρώπου απέναντι στα διαχρονικά ζητήματα που αφορούν την ύπαρξή του και βεβαίως ο έρωτας και η θνητότητα. Αναφορικά με την τρέχουσα πολιτική, ελπίζω και φοβάμαι ότι μετά 100 χρόνια οι Έλληνες θα αναστοχάζονται ότι συμβαίνει σήμερα και θα κλαίνε και θα γελάνε…».

            ΠΑΝΟΣ ΚΑΠΩΝΗΣ
           Μαρούσι Νοέμβρης 2017




*O Πάνος Καπώνης είναι ένας από τους πρώτους χρονολογικά ποιητές της "Γενιάς του '70". Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1947 στο Αγρίνιο. Σπούδασε οικονομικά και νομικά στα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης και Αθηνών, καθώς και σκηνοθεσία. Γράφει και δημοσιεύει ποίηση από το 1966. Οι πρώτες του ποιητικές συλλογές ήταν "Κοκτέιλ" (1972), "Μεταμορφώσεις του Ιερεμία" (San Francisco, 1977). Ποίηματα, διηγήματα και δoκίμια του έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά στην Ελλάδα και τις ΗΠΑ, σε ανθολογίες και άλλα έντυπα. Από τους ιδρυτές, μαζί με τον ποιητή Ντίνο Σιώτη, και επί χρόνια γενικός γραμματέας του λογοτεχνικού σωματείου "Κοινωνία των Δεκάτων", υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού "(δε)κατα". Από τους ιδρυτές, επίσης, της "Ένωσης Αιτωλοακαρνάνων Λογοτεχνών", διετέλεσε γενικός γραμματέας της. Είναι δικηγόρος Αθηνών. Έχει διδάξει Φαρμακευτικό Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Παράλληλα με τη λογοτεχνία έχει συγγράψει πέντε τόμους πανεπιστημιακών συγγραμμάτων Φαρμακευτικού Δικαίου.

01   Βλ. “η ποιητική ομάδα του '70”, Π. Καπώνη : Πρόσωπα στην Ομίχλη, Απόπειρα Αθήνα 2013.
02   “Διπλή προσπέραση”, σελ. 78.
03   http://diastixo.gr/kritikes/poihsh/3893-alla-rouxa.
04   Διαδικτυακό περιοδικό τεχνης και λόγου csntous firmous 15-12-2015.
05   “Διπλή προσπέραση”, σελ. 23, 24 & 25.
06   “Διπλή προσπέραση”, ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ σελ. 79.

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Ελένη Κουρμαντζή-Παναγιωτάκου: Νεοελληνική Αναγέννηση στα Γιάννενα

της Νότας Χρυσίνα

Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ:August 14, 2017

Ελένη Κουρμαντζή-Παναγιωτάκου
Νεοελληνική Αναγέννηση στα Γιάννενα
Από τον πάροικο έμπορο στον Αθανάσιο Ψαλίδα και τον Ιωάννη Βηλαρά
 (17ος – αρχές 19ου αιώνα)
Εκδόσεις: Gutenberg

Η πόλη των Ιωαννίνων είναι το πνευματικό κέντρο στο οποίο εστιάζει η μελέτη της καθηγήτριας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ελένης Κουρμαντζή- Παναγιωτάκου, τόπος καταγωγής της συγγραφέα και πολλών πνευματικών ανθρώπων που έγιναν φορείς των σύγχρονων ιδεών του Διαφωτισμού και ίδρυσαν τα πρώτα νεωτεριστικά σχολεία (από τα μέσα ήδη του 17ου αιώνα) αλλά και τα πρώτα ελληνικά τυπογραφεία στις σπουδαιότερες πόλεις της Δύσης όπως η Βενετία και η Βιέννη.
Το πρώτο κεφάλαιο της μελέτης της Κουρμαντζή είναι αφιερωμένο στις παροικίες των πεφωτισμένων γιαννιωτών εμπόρων και λογίων που συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του νεοελληνικού διαφωτισμού. Οι γιαννιώτες έμποροι ήρθαν σε επαφή με τις Επιστήμες και τον Ορθολογισμό της Δύσης όταν η νέα δομή οικονομίας με την άνθηση του εμπορίου τούς επέτρεψε να δημιουργήσουν εστίες σε πολλές πόλεις της Ευρώπης όπως η Βενετία, το Λιβόρνο, η Τεργέστη, το Βουκουρέστι, το Ιάσιο, η Μόσχα, η Οδησσός, η Βιέννη κ.ά. Σε αυτές τις πόλεις διαμορφώνονται οι νέες αντιλήψεις του νεότερου ελληνισμού και προετοιμάζεται η ελληνική Επανάσταση.
Η συγγραφέας παραθέτει σημαντικά στοιχεία που αφορούν την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας από τους Έλληνες που ζούσαν στη Ρωσία και αλλού. Στο βιβλίο γίνεται λεπτομερής καταγραφή των εμπορικών σχέσεων των ελληνικών γιαννιώτικων οικογενειών, των πόλεων δράσης τους στην Ευρώπη, μέσα από τα επίσημα αρχεία των χωρών, και πώς αυτές συνέβαλαν στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Επίσης δίνεται έμφαση στη συμβολή των εύπορων Γιαννιωτών στη δημιουργία και χρηματοδότηση σχολείων, με τις ευεργεσίες, στα οποία δίδαξαν λόγιοι όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Αθανάσιος Ψαλίδας κ.ά.
Το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στον εκπαιδευτικό και λόγιο Αθανάσιο Ψαλίδα. Η συγγραφέας προσεγγίζει το κριτικό πνεύμα του Ψαλίδα μέσα από τα έργα του «Αληθής Ευδαιμονία», «Καλοκινήματα» και «Έρωτος Αποτελέσματα» τα οποία συγκρίνει με έργα όπως «Ο Ανώνυμος του 1789», «η Ελληνική Νομαρχία» και «ο Ρωσσαγγλογάλλος», έργα που η Κουρμαντζή ισχυρίζεται, μέσα από την τεκμηριωμένη, αναλυτική σύγκρισή τους, πως γράφτηκαν από τον Ψαλίδα. «Ο Ψαλίδας, γράφει η Κουρμαντζή, χρησιμοποιεί κάποιες θρησκευτικές αρχές ως προκάλυψη της φιλοσοφικής του σκέψης και τις απονεκρώνει αποκόπτοντάς τες από το περιεχόμενό τους και τελικά τις απορρίπτει ολοκληρωτικά». Παράδειγμα η ιδέα του Θεού για την οποία καταλήγει ότι τα επιχειρήματα των Φιλοσόφων περί υπάρξεως του θεού δεν ισχύουν για τον ίδιο, γιατί τελικά «ο Νους δεν μπορεί να μας δείξει την ύπαρξη του Όντος έξω τούτου του Κόσμου, εφόσον αυτό δεν είναι δυνατόν να υποπίπτει στις αισθήσεις μας». Ο Ψαλίδας αρνείται, επίσης, τις θεωρίες των φυσικών φιλοσόφων για την Ειμαρμένη και την Ελευθερία και συνδέει την Ελευθερία με την ανθρώπινη βούληση.
Η Κουρμαντζή υποστηρίζει ότι αρκετές θέσεις που συναντάμε στα έργα του Ψαλίδα εντοπίζονται και στην «Ελληνική Νομαρχία» αλλά και στον «Ρωσσαγγλογάλλο». Για τον λόγο αυτό προβαίνει σε αντιπαραβολή της «Ελληνικής Νομαρχίας» με έργα του Ψαλίδα συγκρίνοντας έννοιες κοινωνικές, πολιτικές, φιλοσοφικές και ιστορικές που περιέχονται σε αυτά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η έννοια της Ελευθερίας που στην «Αληθή Ευδαιμονία» είναι μια από τις προϋποθέσεις της «ανθρώπινης ευδαιμονίας». Η ίδια θέση υπάρχει στην «Ελληνική Νομαρχία»: «ιδού λοιπόν οπού απεδείχθη, αγκαλά και συντόμως πλην με σαφήνειαν και αλήθειαν, τι εστί ελευθερία, οπόσον είναι αναγκαία εις την ανθρώπινον ευδαιμονίαν…». Στον «Ρωσσαγγλογάλλο» υπάρχει η βασική θέση του Ψαλίδα ότι δεν πρέπει ο ελληνισμός να περιμένει την απελευθέρωσή του από τις Ξένες Δυνάμεις. Επίσης κοινό θέμα όλων των έργων είναι η προτροπή για Ελευθερία.
Το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στον σατιρικό ποιητή, φιλόσοφο, λόγιο και γλωσσολόγο Ιωάννη Βηλαρά, φίλο του Αθανάσιου Ψαλίδα. Η σατιρική ποίηση του Βηλαρά είναι όχημα κοινωνικής κριτικής. Στα έργα του «Λογιώτατος Ταξιδιώτης». «Λογιώτατος ή ο Κολοκυθούλης» και «Ρομέηκη γλόσα» παραθέτει τις απόψεις του για τον «φωτισμό» του Γένους ο οποίος πηγάζει από την καλλιέργεια των ιδεών μέσα από τις Τέχνες, τις Επιστήμες και τη Φιλοσοφία και όχι από την ίδια τη γλώσσα. Ο Βηλαράς είναι υπέρμαχος του δημοτικισμού της ομιλούμενης γλώσσας που εκφράζει την ελληνική πραγματικότητα. Το έργο του Βηλαρά θα δικαιωθεί από τον Σολωμό και τον Ψυχάρη.
Η Ελένη Κουρμαντζή- Παναγιωτάκου επιχείρησε τη μελέτη του «Γιαννιώτικου Διαφωτισμού» μετά από προτροπή του σπουδαίου συγγραφέα Δημήτρη Χατζή και τη συμπαράσταση του ποιητή και ακαδημαϊκού δάσκαλου Γιάννη Δάλλα. Στο επίμετρο του βιβλίου παρατίθεται, από τη συγγραφέα, πλούσια βιβλιογραφία.

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

«Ιδεολογικά ύποπτη» διηγήματα της Ελένης Γκίκα





γράφει η Διώνη Δημητριάδου*



                           εκδόσεις Καλέντη

[…]
Άνοιξη ήταν όταν τη βρήκε το κακό και είχε πάει για Πάσχα στα Άνω Λεχώνια. Παντού τριγύρω ανθισμένες κερασιές, τρελάθηκε από την ομορφιά, ναι, αφού το ξέρετε πως η Μεγάλη Ομορφιά δεν αντέχεται, τρελαίνει!
(Κάκτος σε σχήμα καμέλιας)

Μέσα σ’ ένα εσωτερικό τοπίο εκπληκτικής ομορφιάς, πλούσιο σε παραστάσεις και αποθηκευμένες εικόνες πολύτιμες, κινείται η γραφή της Ελένης Γκίκα, ομοίως όταν ο λόγος της προτιμά τον ποιητικό χώρο ή όταν επιλέγει την πεζή απόδοσή του. Έχω την εντύπωση πως όποιο δρόμο και αν ακολουθήσει, πάντα αυτός θα την οδηγεί σε γραφή που αφήνει ποιητικό το ίχνος της. Τα πεζά της -γιατί αυτή τη φορά μας προτείνει 23 κείμενα που τιτλοφορεί διηγήματα- εύκολα θα μπορούσαν να μετασχηματιστούν σε ποιητικό λόγο χωρίς να απολέσουν κανένα από τα χαρακτηριστικά τους. Και ίσως αυτό να συνιστά την ιδιαίτερη γοητεία που  αποπνέουν τα γραπτά της.
Ιστορίες, αφηγήσεις, σκέψεις αφηγημένες, κάτι από όλα αυτά ή μήπως όλα αυτά μαζί, σαν μία και μόνη ιστορία, που ξεπερνά τα τυποποιημένα των λογοτεχνικών μορφών; Μια προσωπική γραφή, γνώριμη και αναγνωρίσιμη μέσα σε πολλές, σαν κουβέντα οικεία από φίλη. Σ’ αυτή τη φωνή -αληθινή και γήινη- θα πρέπει να αναζητηθεί το νήμα που συνδέει τα κείμενα του βιβλίου. Με την πιο ρεαλιστική απόδοση της πραγματικότητας να συνδιαλέγεται αιφνιδίως με μια απογειωτική φράση ή εικόνα. Όπως άλλωστε συμβαίνει με την αληθινή ζωή, που περιγελά τη σταθερότητα των αισθήσεων με την υποψία μιας άλλης οπτικής.

Μέσα από τους τάφους ξεπρόβαλε ο σκίουρος. Υπάρχει, άλλωστε ζωή ακόμα και στον βράχο και στα πτώματα. Τα δέντρα σαλεύουν κι αφηγούνται ιστορίες. Μόνο η εκκλησία του Αγίου Πέτρου και του Αγίου Άλμπαν δεν ανοίγει σχεδόν πόρτα στους περίεργους. Είναι, υποστηρίζουν οι ειδικοί, η είσοδος επιτρεπτή μονάχα για τους μυημένους.
Σ’ εκείνο το καφέ παγκάκι ξημεροβραδιαζόμουν για μήνες σαν εξόριστη. Ώσπου οι τοίχοι έγιναν διάφανοι. Οι καφετί πέτρες, άσπρα πανιά και σύννεφα που παραμερίζουν. Κι από τους τάφους έφυγαν οι σκίουροι. Βγήκαν οι κόρες. Μ’ άσπρα μαλλιά και φεγγαρίσια μάτια. Και σιδερόφρακτοι ιππότες. Αθάνατοι. Μετά από το θυσιαστήριο.
Στο μεταξύ στο δάχτυλό μου η φεγγαρόπετρα που δάκρυζε έγινε κατακόκκινη.
Έβγαλε αίμα.

Διαβάζω και σημειώνω. Στο τέλος έχω ένα βιβλίο όλο υπογραμμίσεις και σχόλια. Σε άλλα σημεία συναντώ μια δική μου σκέψη, όπως εκεί που γράφει ότι η Μεγάλη Ομορφιά δεν αντέχεται, τρελαίνει! Έτσι δεν είναι; Άμα γνωρίσεις το απόλυτο της ύπαρξης, πόσο μπορείς να μείνεις ταπεινός και ψύχραιμος; Διάχυτος ερωτισμός; Ναι, άλλοτε ξεκάθαρος και άλλοτε υποκρυπτόμενος πίσω από αλληγορικό λόγο. Αλλού πάλι, σαν να περπατώ στη δική μου παλιά γειτονιά, στη σειρά των γνώριμων δρόμων: Αριστοτέλους, Πλατεία Βικτωρίας, 3ης Σεπτεμβρίου, Πιπίνου, Φυλής…
Κι εκείνες οι «Ανεπίδοτες επιστολές»; Μπερδεύονται τα γράμματα, όλο και κάτι θυμίζουν: Αγάπησα ό,τι δικό σου: Τα παιδιά σου, τ’ αμάξι σου, τους συγγενείς και τη γυναίκα σου. Τον δρόμο που περπατούσες, το σπίτι όπου γερνούσες.
Και στο διήγημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή Ιδεολογικά ύποπτη, αυτά τα πρόσωπα είναι μήπως γνωστά, με αυτά ή με άλλα ονόματα; Ο Γιώργος δεν άντεξε την Προδομένη Επανάσταση, νοικοκυρεύτηκε. Κι ο Θύμιος που ζει τη Διαρκή του, έγινε πια τόσο γραφικός, μέχρι εξευτελισμού στο τέλος. Προδομένη πορεία από τους άλλους ή από εμάς τους ίδιους; Ένα ερώτημα που ίσως καταλήγει ρητορικό.


Και σ’ εκείνο το εξαιρετικό «Δικό μας είναι μόνο αυτό που έχουμε χάσει» μάλλον βρίσκονται όλα τα προσωπικά φυλαγμένα: Ο Ρημαγμένος Απρίλης του Κανταρέ, με τη μνήμη να είναι κολλημένη σ’ εκείνη την ανελέητη μπέσα που φθάνει ως το αίμα. Κατόπιν η σοφία του Μπόρχες να σου θυμίζει ότι το κατάδικό σου πρέπει να το ψάξεις μέσα από την απώλεια. Πώς αλλιώς; Και η φράση του Καμύ να ισορροπεί σε παράλογο νήμα Δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση. Ίσως αυτό το τελευταίο να είναι το πιο αισιόδοξο μήνυμα που διασώζει μέσα στη δική της αφήγηση η συγγραφέας, συνδέοντας έτσι με τον καλύτερο τρόπο τον δικό της λογοτεχνικό κρίκο στην υπέροχη αλυσίδα της διανόησης.
Αυτό συμβαίνει με τα κείμενα της Ελένης Γκίκα. Καθώς διαβάζεις, σε πηγαίνουν και σε άλλα αναγνώσματα, που κατά ευτυχή συγκυρία -ή μήπως τίποτα δεν είναι τυχαίο;-  είναι κοινά. Διακειμενικότητα θα ήταν η σωστή λέξη, αλλά επειδή το κείμενο αυτό έχει πάρει πιο προσωπικό τόνο, ας πω απλώς ότι έχουν συναντηθεί οι αναγνώσεις μας, ίσως και οι μνήμες μας. Σκέφτομαι, ωστόσο, ότι αυτά τα είκοσι τρία αφηγήματα βρίσκουν έτσι καλύτερα τον τρόπο να ισορροπήσουν σε μια κοινή επιφάνεια, που δεν τη δημιουργεί μόνο η γραφή αλλά και η ανάγνωση, τα δύο αυτά απολύτως ταιριαστά. Ευτυχής συγκυρία η συνάντηση του συγγραφέα με τον αναγνώστη του.
Ακόμα και στις ιστορίες που δεν έχεις κάτι κοινό να ανακαλέσεις, όπως στην ολοζώντανη Ένα κοφάκι και δυο σβαρνάδες, συναντάς στην αφήγηση για τον Τρύγο στα Μεσόγεια μια δική σου θλίψη για όσα χάνονται ανεπιστρεπτί, και που μόνο με τη μνήμη τα διατηρείς για λίγο ακόμα δικά σου.
Η γραφή εναλλάσσει τα πρόσωπα και η αφηγήτρια πότε παίρνει πάνω της την ιστορία σε πρώτο πρόσωπο και πότε μοιάζει να καταγράφει αλλότρια πάθη. Όμως σε κάθε περίπτωση η ειλικρινής κατάθεση δείχνει ότι το πρόσωπο πίσω από τις λέξεις είναι ένα, όποιο αφηγηματικό προσωπείο και αν επιλέξει.
Αυτή τη γραφή είναι να μην την αγαπάς; Κι ας παρουσιάζεται με όποια φόρμα θέλει, κι ας παίζει με τα είδη του λόγου, κι ας τα μπερδεύει ακόμα και μέσα στην ίδια ιστορία. Η λογοτεχνία είναι ένα παιχνίδι, όμορφο, επινοητικό, αιφνιδιαστικό στις επιλογές του. Όπως άλλωστε και η πραγματική ζωή, της οποίας τα γυρίσματα αποτυπώνει.


Διώνη Δημητριάδου

Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»


Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Επισκέπτης Άγγελος ποιητική συλλογή του Γιώργου Δελιόπουλου




 γράφει η Διώνη Δημητριάδου*


έκδοση της Κοβενταρείου Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης



ο ποιητής σαν άγγελος

Εξάλλου, τι μπορεί να κάνει κάποιος
μονάχος σ’ έναν κόσμο που πεθαίνει;

Αν είναι το ποιητικό υποκείμενο που δηλώνει την τραγική του απομόνωση, τότε  οι στίχοι αυτοί του Γιώργου Δελιόπουλου συνοψίζουν με τον λιτό και εύγλωττο τρόπο τους τον ποιητικό του κόσμο. Και το ερώτημα, που θέτει με τους στίχους του,  έχει απαντηθεί ποιητικά πάλι, γιατί είναι η μοίρα των ποιητών να επωμίζονται τις δύσκολες απαντήσεις στα αναπάντητα ερωτήματα:
κληρονόμος πουλιών / πρέπει / έστω και με σπασμένα φτερά / να πετάω (Μίλτος Σαχτούρης, Ο Ελεγκτής)

Ο Γιώργος Δελιόπουλος, θα σχηματίσει ποιητικά τη μορφή αυτού του Άγγελου / Ποιητή, και θα δημιουργήσει τρεις ποιητικούς τόπους για να χωρέσουν την περιπλάνησή του: Αγορά, Λόγος, Καθρέφτης. Θα αμφισβητήσει για λίγο τη θνητή υπόστασή  του, προκειμένου -σαν μια ζωντανή πτητική μηχανή- να πάρει το ύψος που απαιτείται για να εποπτεύσει όλα τα ανθρώπινα. Αλλά θα περιβληθεί και πάλι τη γήινη σάρκα για να προσεγγίσει και να νιώσει την ανθρώπινη οδύνη. Μέσα σε έναν κόσμο άξενο, που αποδιώχνει τον ποιητή ως περιττό και επονείδιστο άχθος, αυτός πρέπει να έρθει σαν άγγελος, να δει, να νιώσει, να αγγίξει λίγη ανθρώπινη παρουσία. Στην Αγορά, όπου θα παρατηρήσει τις συμπεριφορές, θα συγχρονίσει τα φτερά του με τα αβέβαια βήματα αυτών που τίποτα πια δεν περιμένουν, θα αναζητήσει κάποιον που χωρίς σκιά στο βλέμμα του, χωρίς κερί στ’ αυτιά, χωρίς κουβέντες έτοιμες, να μπορεί να αρθρώνει τον δικό του λόγο, να μιλάει την αλήθεια.


Μαλώναμε Δημήτρη για τα ρούχα των ληστών. Ρίχναμε ζάρια,
παίζαμε χαρτιά, ποιος θα κερδίσει την αόρατη γραβάτα, το
ακριβό πουκάμισο, ποιος το φθαρμένο παντελόνι και τα χάρτινα
παπούτσια. Ώρες κάτω από ξύλινους σταυρούς, σε άγονα
υψώματα, πάνω από τα κεφάλια μας τη γλίτωναν  ληστές και
κάρφωναν θεούς. Γύρω μας έκτιζαν από σταυρούς ανάκτορα,
γκρέμιζαν είδωλα και μάθαιναν καινούργιες προσευχές. Όμως
εσύ κι εγώ ακίνητοι εκεί, μαλώνοντας για λίγα ξένα ρούχα,
ήμασταν δυο απλοί φρουροί, τίποτα τελικά δεν ήταν σίγουρα
δικό μας, ούτε καν η απόφαση να ζήσουμε ποντάροντας στον
θάνατο των άλλων.

Όμως έτσι που με άγγελο ομοιώθηκε, πρέπει και Λόγο να αρθρώσει. Μα, ποιητής όπως είναι, ο μόνος τρόπος είναι να δώσει ήχο  στο ποιητικό του όραμα. Ποιος είναι ο ρόλος αυτού του ευαίσθητου δέκτη συλλογικών ελπίδων; Πόσο μπορεί να επηρεάσει με τον λόγο του μια δρομολογημένη κατάσταση πραγμάτων αυτός που 

μονάχος σ’ έναν κόσμο που πεθαίνει πορεύεται συχνά με σπασμένα τα φτερά του;

[…]Τώρα παλεύω με ανάπηρες προτάσεις
λίγο πριν πάρουν σύνταξη
λέξη τη λέξη για να χτίσω ένα ποίημα.
Αλλά τα ποιήματα δε φτιάχνονται με λέξεις
ζυμώνονται στο αίμα της ψυχής
όμως ποιο αίμα και για ποια ψυχή
να λέμε τώρα.
Μέσα σ’ αυτό το αφιλόξενο τοπίο της διαρκούς διάψευσης, ίσως δεν έχει άλλο πέρασμα να το διαβεί παρά ξανά και ξανά μέσα από τον λόγο του, με όση δύναμη ακόμα κρύβει. Νόμιζε ότι έχει φτερά ικανά να τον τοποθετούν πάντα σε θέση εποπτείας. Αντιλαμβάνεται όμως ότι τα άυλα αυτά πτητικά μηχανήματα ήταν επινοήσεις δικές του. Θα πρέπει τώρα να σταθεί μπροστά στον Καθρέφτη και να αντιμετωπίσει την αλήθεια του προσώπου του.

[…]Πιστέψτε! πιστέψτε
πως το σώμα είναι η μόνη μου Αλήθεια!

θα πει, χρησιμοποιώντας ως οδηγό τη σκέψη μιας άλλης ποιητικής φωνής:

Το σώμα ήταν η Νίκη και / η Ήττα των ονείρων (Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό),

γιατί πάλι η ποίηση θα δώσει αρωγή και θα ετοιμάσει τη σωστική λέμβο. Πώς αλλιώς;


Η ποίηση του Γιώργου Δελιόπουλου, χαμηλόφωνη, με απόλυτη αίσθηση του ρυθμού και στα απολύτως ποιητικά αλλά και σ’ αυτά που πατούν σε πεζό έδαφος προκειμένου να απογειωθούν επίσης ποιητικά, μιλάει απ’ ευθείας στον αποδέκτη / αναγνώστη. Ίσως με τον τρόπο που μόνο οι καλοί ποιητές γνωρίζουν, με ευθύτητα, ειλικρίνεια, χωρίς να κρύβεται η απούσα θέση / άποψή τους στα πράγματα που μας κυκλώνουν πίσω από εντυπωσιασμούς και λυρικά περιττά στολίδια. Ανήκει σ’ αυτή τη μερίδα των εργατών του λόγου που έχουν επίγνωση της βαρύτητας της σκέψης τους, και γι’ αυτό δεν χαραμίζουν τους στίχους τους σε ανέξοδες στιχουργικές. Μιλάει όταν αληθινά έχει κάτι να πει, δένοντας με υπόρρητη επικοινωνία τα ποιήματα της συλλογής μεταξύ τους, έτσι ώστε να συναποτελούν μια πρόταση / θέση του ποιητή ευδιάκριτη στον προσεκτικό αναγνώστη.  Και αυτό θα πρέπει να θεωρείται σπουδαίο στα λογοτεχνικά δρώμενα.

Η έκδοση από την Κοβεντάρειο Δημοτική Βιβλιοθήκη της Κοζάνης, ιδιαίτερα προσεγμένη, με εμφανή αγάπη για τα βιβλία και τις εκδόσεις. Στο εξώφυλλο διακριτικά το ανάγλυφο έμβλημα της Βιβλιοθήκης. Τρία σχέδια συνοδεύουν αντίστοιχα τα τρία μέρη, στα οποία διαιρείται η ποιητική συλλογή, φιλοτεχνημένα από την εικαστικό Γλύκα Διονυσοπούλου, στην οποία ανήκει και ο πίνακας στην προμετωπίδα του βιβλίου. Στο σύνολό της μια αξιοπρόσεκτη ποιητική / εικαστική πρόταση.


Διώνη Δημητριάδου

Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»


Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

«Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία»


 γράφει η Διώνη Δημητριάδου*


  μυθιστόρημα του Μιχάλη Μοδινού
               εκδόσεις Εστία
                         


Ένας ρεαλιστικός ου τόπος

Η λογοτεχνία της κρίσης, όρος αμφίσημος. Εκλαμβάνεται ως λογοτεχνία που γράφεται μέσα σε περιόδους ανακατάταξης και αναδιάρθρωσης δομών και θεσμών, που συνοδεύονται από κρίση ιδεολογιών και ανατροπή θεμελιωδών θέσεων και αξιών. Με αυτή την εκδοχή της η λογοτεχνία που γράφεται με ένα τέτοιο σκηνικό γύρω της (και όχι μέσα της) είναι αναπόφευκτο να επηρεάζεται, όποιο και να είναι το θέμα της, από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και εκούσα άκουσα να περιέχει στοιχεία (όχι πάντοτε εμφανή, ωστόσο υπαρκτά) από το κλίμα της εποχής. Σε μια άλλη εκδοχή του όρου, όμως, πρόκειται για μυθοπλασία που έχει ως θέμα της αυτήν ακριβώς την κρίση, με τους ήρωες να εκφέρουν άποψη για τα γεγονότα μέσα στα οποία ζουν και τις επιπτώσεις των οποίων υφίστανται. Αναπόφευκτα, όμως, πίσω από τα πρόσωπα της μυθοπλασίας διακρίνεται η θέση-άποψη του γράφοντος, ο οποίος βιώνοντας την κρίση της κοινωνίας και όντας επιμέρους κομμάτι της εικόνας αυτής, είναι αμφίβολο (ως και αδύνατο) να βγει έξω από το πλαίσιο αυτό και να μπορέσει να δει και να εκτιμήσει τη συνολική εικόνα, απαραίτητη προϋπόθεση για τη γραφή του μυθιστορήματος. Γιατί αυτό απαιτεί κατασταλαγμένη άποψη, οπτική θέα σε μια βιωμένη και απόμακρη χρονικά πλέον πραγματικότητα. Υπό αυτή την έννοια, ό,τι προκύπτει συγγραφικά μπορεί να έχει τη μορφή άρθρου προβληματισμού, μελέτης με συνοδευτικά στοιχεία και τεκμήρια, ίσως λογοτεχνικά να παίρνει τη μορφή διηγήματος, το οποίο εστιάζοντας σε στιγμές και επιμέρους εικόνες δικαιούται να αποδώσει την αποσπασματική, και παρορμητική γνώμη για τα συμβαίνοντα. Στην περίπτωση, ωστόσο,  που ο συγγραφέας εκτιμήσει πως η τοποθέτησή του στο ευρύτερο σκηνικό είναι τέτοια που του επιτρέπει την εποπτεία του χώρου ως συνολικής εικόνας πλέον, τότε η γραφή δεν μπορεί παρά να έχει τη μορφή ενός οραματικού δοκιμίου που συνιστά ίσως και μια προειδοποίηση προς τους αγνοούντες τη ζοφερή εικόνα, η οποία αποδίδεται πια με προφητική χροιά.
Η εισαγωγή αυτή εξυπηρετεί μια προσωπική μου αμηχανία ως προς την κατάταξη του συγκεκριμένου βιβλίου σε κάποιο είδος λογοτεχνικό. Έτσι, αδυνατώ να το ονομάσω μυθιστόρημα αναφερόμενο στη σύγχρονη κρίση, στη βάση της παραπάνω ήδη εκτεθειμένης άποψης. Η κατάταξή του στα μελλοντολογικά του είδους ίσως το αδικεί, με την έννοια ότι η προσέγγιση που επιχειρεί ο συγγραφέας καθόλου ανεδαφική δεν θα πρέπει να θεωρηθεί. Διαβάζοντάς το ανακαλύπτω σκηνές οικείες, με την ανάλογη οπωσδήποτε μυθοπλαστική κάλυψη που η λογοτεχνική συνθήκη επιτρέπει. Περισσότερο θα εξυπηρετούσε ο όρος μυθοπλαστικό δοκίμιο, αν φυσικά υπήρχε.
Κινούμαι συστηματικά σαν εκκρεμές μεταξύ Αθηνών και Κορίνθου. Επιστρέφω στη βάση μου με το πρώτο χάραμα. Μοιάζει με αιώνια επιστροφή, με τη διαφορά ότι δεν προσφέρει τη λύτρωση μιας νέας αρχής.
Έτσι θα αρχίσει τον μονόλογό του ο αφηγητής της ιστορίας δίνοντας το στίγμα του. Μια επαναλαμβανόμενη πορεία, αδιέξοδη, ατελέσφορη και παράλογη στην παλινδρόμησή της, σε μια παράλληλη διαδρομή με αυτή που πορεύεται η χώρα. Αυτοκαταστροφική. Ο χρόνος κάποια χρόνια μετά από τη σημερινή εποχή, διανύουμε ήδη τον όγδοο χρόνο μ. Κ. (μετά καταστροφής). Υποπτευόμαστε ήδη από την αρχή ποιο θα είναι το τέλος αυτής της ιστορίας. Έτσι όπως προσδιορίζει τον εαυτό του στο κατατοπιστικό κεφάλαιο Αριθμοί μετρώντας τα μεγέθη της ζωής του και συνυφαίνοντάς τα υποχρεωτικά με την κατάσταση της καταρρέουσας χώρας του, αναμένουμε η τελική καταστροφή, η διάλυση των πάντων,  να συμπαρασύρει και την προσωπική του ζωή. Τουλάχιστον αυτή την πεποίθηση έχει ο ίδιος, όπως νιώθει να είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζοφερής εικόνας.
Γυρίζω στην πόλη αυτή που εδώ και καιρό είναι ένα άδειο κέλυφος, όπου διασταυρώνεται με κενά βλέμματα, με χαμένες υπάρξεις, με ψυχές που μοιάζουν να περιφέρονται στο Καθαρτήριο χωρίς να καταλαβαίνουν τι τις βρήκε, με απισχνασμένες κατατονικές μορφές που ψαχουλεύουν τους σκουπιδοτενεκέδες, με αλλοεθνείς που εκθέτουν τη μίζερη πραμάτεια τους σε χράμια, με επαίτες που αφηγούνται τις καταθλιπτικές ιστορίες τους και εκθέτουν τα έλκη τους στο Σύνταγμα ή στα διαρκώς αραιότερα δρομολόγια του μετρό, ανάμεσα σε καύκαλα από φαγωμένα περιστέρια, κονσερβοκούτια και περιττώματα.
Μα όλα αυτά που περιγράφει, το νιώθει ο αναγνώστης, δεν συμβαίνουν μόνο στη φαντασία ενός συγγραφέα, ούτε αποτελούν τμήμα μελλοντολογικής μυθοπλασίας. Είναι σκηνές που όλοι βλέπουμε γύρω μας. Έτσι, αντιλαμβανόμαστε ότι αυτή η υπόθεση μας αφορά με τον πιο άμεσο τρόπο.
Την αφήγησή του την ξεκινά νύχτα σε μια τελευταία απόπειρα να κάνει αυτό το ταξίδι ως την Κακιά Σκάλα, όπου και επιτέλους θα τερματίσει τη ζωή του. Συνιστά αυτή η κατάληξη μια παράλογη επιλογή; Η έξοδος από τη ζωή θα μπορούσε να εκληφθεί και ως συνειδητή πράξη ως αντίδραση σε μια παράλογη συνύπαρξη: ο άνθρωπος που ερωτά και θέλει να καταξιώσει μια θέση στον κόσμο που τον περιβάλλει από τη μια, και από την άλλη η σιωπή ως απάντηση στον διακαή πόθο του για ερμηνεία των πάντων. Το μόνο σοβαρό ερώτημα της ανθρωπότητας, αυτό της αυτοκτονίας. Ο άνθρωπος παίρνει τη μοίρα του στα χέρια του, όσο και αν αυτή η κίνηση συνιστά και το ταυτόχρονο τέλος της ζωής του. Σ’ αυτό το παιχνίδι δυνάμεων ποιος έχει την τελευταία λέξη;  Δικαιολογούμε τη στάση του ήρωα, την απόφασή του. Μια ηρωική έξοδος.
Ωστόσο, υπάρχει μια φωτεινή χαραμάδα, που ίσως ανατρέψει τελεσίδικες αποφάσεις. Η τελευταία έξοδος μπορεί να είναι η Στυμφαλία.
Απ’ όλα τα θαύματα του κόσμου περισσότερο μ’ αφήνει έκθαμβο η ατρόμητη επέλαση του φωτός. Απ’ όλα τα θαύματα επιλέγω τη νίκη επί της νύχτας, που τώρα, κουρελιασμένη σε σκιές υποχωρεί άτακτα από το οροπέδιο. Ο μαβής βαρύς όγκος του βουνού στα δυτικά, τονισμένος από γενναιόδωρες πινελιές ροδαλού χιονιού, λιώνει μες στην πρωινή αχλύ. Η αιμάτινη γραμμή του ορίζοντα στην ανατολή προσπαθεί να ανασηκώσει την παγερή μολυβένια νέφωση πάνω από τον Σαρωνικό. Πίσω μου, η θαλάσσια λωρίδα του Κορινθιακού ανακτά το χρώμα της.
Οι γενειοφόροι άντρες με τις στολές παραλλαγής και τις κυνηγετικές καραμπίνες έλεγξαν το κάτι σαν πάσο με το οποίο με εφοδίασε ο Ειδικός Φρουρός. Τα μάτια τους έλαμπαν από τη φωτιά που τριζοβολούσε δίπλα στην μπάρα. Τα πρόσωπά τους μου θύμισαν κάτι προ πολλού ξεχασμένο, κάτι ακαθόριστα οικείο. Έτριβαν τα χέρια τους για να ζεσταθούν. Έπειτα, μου επέτρεψαν να βγω από το αυτοκίνητο. Μου πρόσφεραν ένα καυτό φλιτζάνι τσάι του βουνού κι ένα παξιμάδι.
Καλωσόρισες από τη χώρα των νεκρών, είπε ένας τους.

Πώς αναθεωρείται μια απόφαση αυτοκτονίας; Ποια ικανή συνθήκη μπορεί να κάνει πάλι τη ζωή βιώσιμη; Απέναντι στον τόπο της καταστροφής  τι αντιπαρατίθεται; Ένας ου τόπος. Μια Στυμφαλία του μυθολογικού μας συλλογικού υποσυνείδητου. Ο Μιχάλης Μοδινός μας προσκαλεί σ’ αυτό τον τόπο συνειδητά, μας προκαλεί ταυτόχρονα να τον θεωρήσουμε υπαρκτό στον συμβολισμό του, ένα αντίπαλο δέος απέναντι στο τέρας της καταστροφής που απειλεί να μας συμπαρασύρει στον χαμό. Είναι ρεαλιστική λύση; Εδώ προκύπτουν δύο ερωτήματα: Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα μιας προσπάθειας ανασύνταξης της ζωής πάνω σε άλλη βάση, αναθεωρώντας αξίες (αμφισβητήσιμες οπωσδήποτε όμως ισχυρές), με τις οποίες πορεύτηκε η ανθρωπότητα ως τώρα δομώντας μια ζωή κάποτε ελπιδοφόρα που κατέληξε σε πλήρη ανατροπή των αρχικών επιδιώξεων, ίσως γιατί η βάση εξ αρχής ήταν σαθρή ή υπονομευόμενη από ποικίλα συμφέροντα. Με αυτή την οπτική εξετάζοντας τη «Στυμφαλία» θα λέγαμε ότι ο στόχος αναδεικνύεται ανεδαφικός, πολύ περισσότερο επειδή η προσπάθεια αυτή εκπορεύεται από έναν ελάχιστο αριθμό ανθρώπων, οι οποίοι στην καλύτερη περίπτωση θα διασώσουν το ατομικό τους σαρκίο. Θα μου πείτε, είναι λίγο αυτό; Ίσως όχι, πάντως ανεπαρκές μπροστά στην ευρύτερη χαώδη κατάσταση. Δυστυχώς οι κοινωνίες που έχουμε δομήσει δεν είναι  αριθμητικά σύνολα ομοειδών ατόμων. Μακάρι να ήταν, οπότε λύσεις σαν και αυτή να έβρισκαν μέσω της ενημέρωσης πολλούς οπαδούς.


Το δεύτερο ερώτημα αφορά τα λογοτεχνικά πράγματα. Κατά πόσο δηλαδή η λογοτεχνία με τη δική της δυναμική μπορεί να κινητοποιήσει συνειδήσεις, να εμφανίσει προτάσεις και λύσεις που με την απαραίτητη μυθοπλασία να εμφανίζονται ιδανικές, έστω μέσα στον συμβολισμό τους. Όσοι θιασώτες της δύναμης του λόγου θα θέλαμε αυτό να το πιστέψουμε. Άλλωστε ποτέ δεν θεωρήσαμε τη λογοτεχνική παρουσία πολυτέλεια των ολίγων.



Απαραίτητη προϋπόθεση, βέβαια, ο λόγος αυτός να είναι ικανός, με την εκφραστική του δεινότητα και τη λιτή παρουσίαση της αλήθειας των πραγμάτων, να φθάσει μέχρι  τον αναγνώστη. Και εδώ έχουμε ένα τέτοιο δείγμα λόγου. Ο Μιχάλης Μοδινός με τον τρόπο της γραφής του, την άψογη περιγραφή καταστάσεων, την ικανότητα να παραπέμπει σε κοινό τόπο βιωμάτων, δεν μπορεί παρά να κινητοποιήσει τη σκέψη του αναγνώστη. Ίσως λίγο πιο πέρα από τον ρομαντισμό ενός οικολογικού κινήματος, που εκ των πραγμάτων αφορά λίγους. Ίσως προς μια κατεύθυνση λιγότερο πολιτική (τουλάχιστον στη μορφή που πλέον αυτή η εκδοχή της σκέψης εμφανίζεται) και περισσότερο υπαρξιακή. Ο άνθρωπος απέναντι στον εαυτό του και στις θεωρούμενες αξίες. Σε τελευταία ανάλυση, η όποια λύση έχει ως απαραίτητη, πρωταρχική προϋπόθεση τη συνειδητοποίηση της κατάστασης. Κατόπιν απαιτείται η εκτίμηση των δυνάμεων αλλά και των ορίων.
Σκέφτομαι ότι ο συγγραφέας εύστοχα μεταμφίεσε τον δόκιμο λόγο του σε μύθο, δημιουργώντας αυτό που ονόμασε μυθιστόρημα. Γιατί έτσι  συνομίλησε με τον αναγνώστη του (ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι αυτό το κατόρθωσε με την αφήγηση-μονόλογο του ενός προσώπου) μέσα από μια πλοκή ενδιαφέρουσα, που με τη σειρά της  δημιούργησε ερωτήματα προς απάντηση. Ίσως έτσι μπορεί να μεταλλαχθεί ένας ου τόπος μιας ουτοπικής σύλληψης σε ρεαλιστική εκδοχή, έστω με τη δύναμη της λογοτεχνίας. Με αυτό ως έναυσμα ανοίγει ο ορίζοντας για μια εκ νέου εκτίμηση της ζωής όπως την καταντήσαμε. Αν όμως αυτό μπορεί να το κάνει η λογοτεχνία, τότε και η δυναμική της πρέπει να επανεξεταστεί από τους δύσπιστους για την αποτελεσματικότητα του επινοημένου σύμπαντος.

Διώνη Δημητριάδου


Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»